Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Η Α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Λέ­σβου, 8 Νοεμβρίου-8 Δεκεμβρίου 1912

Το Θωρηκτό Αβέρωφ
ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ συ­μπλη­ρώ­νε­ται σχεδόν α­πό τό­τε που οι μο­νά­δες του Ελ­λη­νι­κού Στό­λου, με κυ­μα­τί­ζου­σα τη γα­λα­νό­λευκη ε­πί των ι­στί­ων, έ­πλε­αν προς το νη­σί της Λέ­σβου και το πόδι του Έλ­λη­να στρα­τιώ­τη πα­τού­σε τη μυ­ρο­βό­λο λε­σβια­κή γη.
Α­ντγος ε.α Ευ­στρά­τιος Χα­ρα­λά­μπους
Η τε­λευ­ταί­α φο­ρά που ελ­λη­νι­κό στρα­τιωτι­κό τμή­μα εί­χε α­πο­βι­βα­σθεί στη Λέ­σβο ή­ταν το 1441, κα­τά τη διάρ­κεια του γά­μου του Κων­στα­ντί­νου Πα­λαιο­λό­γου, του τε­λευ­ταί­ου μαρ­τυ­ρι­κού Αυ­το­κρά­το­ρα του Βυ­ζα­ντί­ου, με τη θυ­γα­τέ­ρα του Άρχο­ντα της Λέ­σβου Δο­ρί­νου Γατε­λού­ζου, Αι­κα­τε­ρί­νη. Τό­τε κα­τέ­πλευ­σε στο λι­μά­νι της Μυ­τι­λή­νης στο­λί­σκος δρο­μώ­νων,[1] διοι­κού­με­νος α­πό τον τε­λευ­ταί­ο Βυ­ζα­ντι­νό Ναύ­αρ­χο Λου­κά Νο­τα­ρά α­πό τον ο­ποί­ο δια­τέ­θη­κε τι­μη­τι­κή φρου­ρά.
Έ­πρε­πε να πε­ρά­σει σχε­δόν μι­σή χι­λιε­τί­α, για την α­κρί­βεια 471 χρό­νια, για να κυμα­τί­σει και πά­λι η γα­λα­νό­λευ­κη πε­ρή­φα­να στο πα­λαιό Δη­μαρ­χεί­ο Μυ­τι­λή­νης, στο Κά­στρο και στο κο­νά­κι του Τούρ­κου νο­μάρ­χη.[2] Το η­με­ρο­λόγιο έ­δει­χνε 8 Νο­εμ­βρί­ου του 1912 και η ώ­ρα ήταν λί­γο πριν την 1400. Ας προ­σπα­θή­σου­με ό­μως να δού­με με τα μά­τια του α­ντι­πά­λου την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Λέ­σβου, του «Χρυ­σού Νη­σιού» (altın adası), που πα­ρέμει­νε υ­πό οθω­μα­νι­κή κυ­ριαρ­χί­α α­πό το 1462.
Η πρώ­τη ε­πα­φή των Σελ­τζού­κων Τούρ­κων με τη Λέ­σβο έ­γι­νε το 1086, για έ­ναν χρό­νο, ό­ταν κα­τα­λή­φθη­κε α­πό τον Ε­μί­ρη της Σμύρ­νης Τσά­κα Μπέ­η (Çaka Bey). Η ο­ρι­στι­κή κα­τά­λη­ψη, που α­πο­τε­λεί και την α­παρ­χή της μαύ­ρης πε­ριό­δου για το νη­σί, έ­γι­νε προ­σω­πι­κά από τον Σουλ­τά­νο Φα­τίχ Μεχ­μέτ (Fatih Sultan Mehmed), ο ο­ποί­ος πα­ρα­κο­λου­θού­σε τις επι­χει­ρή­σεις του Ο­θω­μα­νι­κού Ναυ­τι­κού υπό τον Μέ­γα Βε­ζύ­ρη (sadrazam) Μαχμούτ Πα­σά, α­πό το Α­για­σμέ­ντ (Ayazmend), τη ση­με­ρι­νή Αλ­τι­νο­βά (Altınova). Ο πλη­θυ­σμός του νη­σιού, με­τά τις σφα­γές και τα σκλα­βο­πά­ζα­ρα, μειώ­θη­κε γύ­ρω στις 40 χιλιά­δες και σε αυ­τόν προ­στέ­θη­καν μουσουλμά­νοι α­πό τη Ρού­με­λη (Η­πει­ρω­τι­κή Ελ­λά­δα), κυ­ρί­ως α­πό το Σα­ντζά­κι του Βαρ­δά­ρη[3] και την πε­ριο­χή του Μπα­λί­κε­σιρ.[4]
Έ­κτο­τε, πα­ρα­τη­ρεί­ται στα­δια­κή α­νά­πτυ­ξη της Λέ­σβου, με πα­ράλ­λη­λη αύ­ξη­ση του πλη­θυ­σμού, ο ο­ποί­ος φθάνει, το 1831, τους 61.164 κα­τοί­κους συ­νο­λικά. Όταν ε­φαρ­μό­στη­κε το μο­νο­πώ­λιο στο λά­δι, το 1874, κα­τα­γρά­φο­νται 16.400 χριστια­νι­κά νοι­κο­κυ­ριά και 3.650 μου­σουλμα­νι­κά με συ­νο­λι­κό πλη­θυ­σμό 81.850 κα­τοί­κους και το έ­τος 1906, 113.482 χρι­στια­νοί και 17.964 μου­σουλ­μά­νοι, συνολι­κά 131.446 κά­τοι­κοι. Το δε έ­τος της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης, σύμ­φω­να με τον Τούρ­κο συγ­γρα­φέ­α-ι­στο­ρι­κό İdris Bostan[5], 18.000 μου­σουλ­μά­νοι, οι περισσότε­ροι στις πε­ριο­χές Μο­λύ­βου και Σι­γρί­ου, και 117.000 χρι­στια­νοί, ως ε­πί το πλεί­στον στη νό­τια πε­ριο­χή του νη­σιού.
Η ση­μα­σί­α που εί­χαν τα νη­σιά του Αι­γαί­ου για την Οθω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρί­α, πέρα α­πό τη στρα­τη­γι­κή τους α­ξί­α για την α­σφά­λεια των Στε­νών του Ελλησπόντου και του Βο­σπό­ρου, α­φο­ρού­σε ά­με­σα την έ­να­ντι αυ­τών α­κτή της Μι­κράς Ασί­ας μα­ζί με την ά­με­ση εν­δο­χώ­ρα. Ι­διαί­τε­ρα η Λέ­σβος και η Χί­ος αποτελού­σαν για την ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή της Σμύρ­νης το α­νά­χω­μα σε κά­θε επιβου­λή και επιπλέον στον οι­κο­νο­μικο-ε­μπο­ρι­κό το­μέ­α, έ­να αλ­λη­λέν­δε­το σύστη­μα που αναπτυσ­σό­ταν γορ­γά στις αρ­χές του 20ού αιώ­να, τού­το δε φαί­νε­ται και α­πό τα πα­ρα­κά­τω στοι­χεί­α, α­να­φο­ρικά με τη Λέ­σβο:
  • To 1907 κα­τα­γρά­φο­νται 22.724 ε­κτάρια δά­σους, α­πό τα ο­ποία τα 2.424 ι­διω­τι­κά, α­πό αυ­τά το 60% ε­λιές, 25% πεύ­κα και 15% βε­λα­νι­διές, κα­στα­νιές, λεύ­κες κ.λπ.
  • Τέ­λη του 19ου αιώ­να κα­τα­γρά­φο­νται 297 ε­λαιο­τρι­βεί­α, α­πό τα ο­ποί­α τα 97 α­τμο­κί­νη­τα, 96 σα­πω­νο­ποιεί­α, 268 α­λευ­ρό­μυ­λοι, 14 βυρ­σο­δε­ψεί­α και έ­να ερ­γο­στά­σιο με­τα­ξω­τών υ­φα­σμά­των.
  • Ο φό­ρος μό­νο α­πό το ε­λαιό­λα­δο α­πέ­δι­δε ε­τη­σί­ως στο θη­σαυρο­φυ­λά­κιο του Σουλ­τά­νου (Hazine) 2,5 εκ κου­ρούς (kuruş) (μί­α χρυ­σή αγ­γλι­κή λί­ρα α­να­λογού­σε σε 110-120 κου­ρούς πε­ρί­που).
  • Το 1901 ε­ξά­χθη­καν στη Σμύρ­νη 1.083 τόνοι λά­δι, 5,2 τόνοι ε­λιές, 19,7 τόνοι στα­φί­δα, 35,8 τόνοι κρα­σί κ.λπ. Συ­νο­λι­κά, σύμ­φω­να με στοι­χεί­α α­πό το τε­λω­νεί­ο της Σμύρ­νης, το 1900 οι ε­ξα­γω­γές προς Λέ­σβο α­νήλ­θαν σε 6,4 εκ. κου­ρούς και ει­σα­γω­γές 223.264 κου­ρούς ε­νώ το 1908 οι ε­ξα­γω­γές πέφτουν στα 4,2 εκ. κου­ρούς και οι ει­σα­γω­γές αυ­ξά­νο­νται σε περί­που 2 εκ.
  • Το 1903 δρα­στη­ριο­ποιού­νται και δια­τη­ρούν γρα­φεί­α στη Μυ­τι­λή­νη, 9 α­κτο­πλο­ϊ­κές ε­ται­ρεί­ες (δυ­τι­κές, τούρ­κι­κες και ελ­λη­νι­κές) ε­νώ πα­ράλ­λη­λα λει­τουρ­γούν 12 προ­ξε­νι­κά γρα­φεί­α.
Πλέ­ον των οι­κο­νο­μι­κών στοι­χεί­ων που ανα­φέ­ρο­νται πα­ρα­πά­νω, οι προ­σπά­θειες που κα­τέ­βαλ­λε στο στρα­τιω­τι­κό και ι­διαί­τε­ρα στο δι­πλω­μα­τι­κό πε­δί­ο η οθω­μα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση για τη μα­ταί­ω­ση της ντε φά­κτο κα­τά­στα­σης που δη­μιουρ­γή­θη­κε το φθι­νό­πω­ρο του 1912 κα­τά τον Α΄ Βαλ­κα­νι­κό Πό­λε­μο και την ε­πα­νέ­ντα­ξη των νή­σων του ΒΑ. και Α. Αι­γαί­ου υ­πό ο­θω­μα­νι­κή κυ­ριαρ­χί­α, αλ­λά και η ε­πι­θε­τι­κή-α­να­θεω­ρη­τι­κή πο­λι­τι­κή που ε­φαρ­μό­ζει σή­με­ρα το τουρ­κι­κό κρά­τος στο Αι­γαί­ο, α­πο­τε­λούν τρα­νές α­πο­δεί­ξεις της στρα­τη­γι­κής τους α­ξί­ας.
Πολιτοφυλακή Πλωμαρίου.
Πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση
Στις αρ­χές του 20ού αιώ­να ό­λα τα εθνι­κά κρά­τη (Ελ­λά­δα-Σερ­βί­α-Βουλ­γα­ρί­α και Μαυ­ρο­βού­νιο), που εί­χαν δη­μιουρ­γη­θεί στη Βαλ­κα­νι­κή, βλέ­πο­ντας τη στα­διακή α­πο­δυ­νά­μω­ση της οθω­μα­νι­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας, άρ­χι­σαν να προ­ε­τοι­μά­ζο­νται για την εκ­πλή­ρω­ση των ε­θνι­κών τους στό­χων.
Η α­πό­φα­ση των Με­γά­λων ευ­ρω­πα­ϊ­κών δυ­νάμε­ων για δια­τή­ρη­ση του στά­τους κβο και τη μη τρο­πο­ποί­η­ση των συ­νό­ρων στα Βαλ­κά­νια, α­πο­τε­λού­σε στην ου­σί­α το πρό­σχη­μα για ε­πέμβα­ση και ρύθ­μι­ση των ε­ξε­λί­ξε­ων, α­να­φο­ρι­κά με τη δια­νο­μή των ε­δα­φών της οθω­μα­νι­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας, σύμ­φω­να με τα συμ­φέ­ρο­ντά τους.
Η πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση που ε­πι­κρα­τού­σε στην αυ­το­κρα­το­ρία της πρά­σι­νης η­μι­σε­λή­νου ή­ταν τρα­γι­κή. Ο Σουλ­τά­νος Α­μπτουλ­χα­μίτ ο Β΄ α­πό την εν­θρό­νισή του το 1876, ου­δέ­πο­τε ε­φάρ­μο­σε το Σύ­νταγ­μα που πα­ρα­χώ­ρη­σε ο ί­διος τον Δεκέμ­βριο του ί­διου έ­τους (I.Meşrutiyet), αλ­λά αντί­θε­τα έ­κλει­σε τη Βου­λή (Φεβ 1878) και άρ­χισε η μα­κρά πε­ρί­ο­δος της δια­φθο­ράς και της τρο­μο­κρα­τί­ας (istibdat dönemi-πε­ρί­ο­δος τυρ­ρα­νί­ας). Η κυ­βέρ­νη­ση δα­νει­ζό­ταν α­λό­γι­στα (ο ε­ξω­τε­ρι­κός δα­νει­σμός άρ­χισε να ε­φαρ­μό­ζε­ται το 1850), α­δυ­να­τού­σε να εκ­πλη­ρώ­σει τις οικο­νο­μι­κές υ­πο­χρε­ώ­σεις και οι πι­στω­τές κά­λυ­πταν τα χρέ­η με την α­πό­κτη­ση προ­νο­μί­ων (διο­μο­λο­γή­σεις) και την εκ­με­τάλ­λευ­ση ε­δα­φών.
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή εί­ναι η κα­τά­λη­ψη της Μυ­τι­λή­νης, το 1901, α­πό τη Γαλ­λί­α, λό­γω α­δυ­να­μί­ας πλη­ρω­μής δα­νεί­ου 500 χιλιά­δων χρυ­σών λι­ρών (για πλη­ρω­μή α­πο­ζη­μιώ­σεων α­πό τον Ρω­σο­τουρ­κι­κό πό­λε­μο 1877/78), το ο­ποί­ο εί­χε ανήλθε με τους τό­κους σε 750 χιλιά­δες. Τε­λι­κά, μί­α α­πό τις συ­ζύ­γους του Σουλ­τά­νου, η Fatma Kariye α­πό την Α­μπχα­ζί­α, πλή­ρω­σε το δά­νειο α­πό την προ­σω­πι­κή της πε­ριου­σί­α και η Λέ­σβος γλύ­τω­σε την «κα­τά­σχε­ση».
Στη Θεσ­σα­λο­νί­κη –το μή­λο της έ­ρι­δος με­τα­ξύ των βαλ­κα­νι­κών κρα­τών– εμ­φα­νίζε­ται το 1908 το κί­νη­μα των Νε­ό­τουρ­κων, α­πό νε­α­ρούς Τούρ­κους α­ξιω­μα­τι­κούς, που φαι­νο­με­νι­κά ε­πι­ζη­τού­σαν με­ταρ­ρυθ­μί­σεις α­πό τον Σουλ­τά­νο, αλ­λά στην ου­σί­α α­ντι­δρού­σαν στην α­νά­μει­ξη των ευρω­πα­ϊ­κών δυ­νά­με­ων στα ε­σω­τε­ρι­κά της οθω­μα­νι­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας (Συμ­φω­νί­α Μυ­στέρ­γης του 1903). Το πο­λι­τι­κό κί­νη­μα «Έ­νω­ση και Πρό­ο­δος» (İttihat ve Terakki Partisi) που πα­ρό­τρυ­νε τους στα­σια­στές, εί­χε τις βά­σεις του στο Κο­μι­τά­το «Έ­νω­ση και Πρό­ο­δος» (İttihat ve Terakki Cemiyeti) που ι­δρύ­θη­κε τον Μά­ιο του 1889, με σκο­πό να εκ­θρο­νί­σει τον Σουλ­τά­νο Α­μπτουλ­χα­μίτ και να πα­ρε­μπο­δίσει τη διά­λυ­ση του κρά­τους. Η πο­λι­τι­κή του Κο­μι­τά­του βα­σι­ζό­ταν στις ι­δέ­ες των Νε­ό­τουρ­κων ή Νε­ο­οθω­μα­νών, οι ο­ποί­οι πα­ρου­σιά­στη­καν το 1860 στο Πα­ρί­σι και στό­χευαν στη δη­μιουρ­γί­α της τουρ­κι­κής ε­θνι­κής συ­νεί­δη­σης και την εκ­πλή­ρωση των στό­χων του Πα­ντου­ρα­νι­σμού.[6]
Ως α­ντί­πα­λος του Κο­μι­τά­του εμ­φα­νί­στη­κε το Φι­λε­λεύ­θε­ρο κόμ­μα (Ahrar Fırkası), στο ο­ποί­ο συ­να­σπί­στη­καν οι προ­σκείμε­νοι στον Σουλ­τά­νο και γε­νι­κά ό­σοι δια­φω­νού­σαν με το Κο­μι­τά­το. Α­κο­λού­θη­σαν δρα­μα­τι­κά γε­γο­νό­τα, το κί­νη­μα 31 Μαρτί­ου 1908, κα­τα­στολή, ε­κλο­γές που ε­πι­βε­βαί­ω­σαν την κυ­ριαρ­χί­α του Κο­μι­τά­του και α­νά­γκα­σαν τον Σουλ­τά­νο να πα­ρα­χω­ρή­σει το νέ­ο φι­λελεύ­θε­ρο Σύ­νταγ­μα της 8ης Αυγού­στου 1909 (II.Meşrutiyet), με το ο­ποί­ο ό­λες οι ε­ξου­σί­ες συ­γκε­ντρω­θή­καν στο Υ­πουρ­γι­κό Συμ­βού­λιο, το ο­ποί­ο ή­ταν υ­πεύ­θυ­νο έ­να­ντι της Βου­λής. Κατά την πε­ρί­ο­δο που α­κο­λού­θη­σε μέ­χρι τον Ιούλιο 1912, το Κο­μι­τά­το κυ­βερ­νού­σε α­πό τα πα­ρα­σκή­νια, με­τά ξέ­σπα­σε ο Ι­τα­λο­τουρ­κι­κός πό­λε­μος και οι Ι­τα­λοί κα­τέλα­βαν τη Λι­βύ­η, πα­ράλ­λη­λα δε ξε­κί­νη­σε η α­νταρ­σί­α στην Αλ­βα­νί­α. Τό­τε εμ­φα­νί­στη­κε μια νέ­α ο­μάδα α­ξιω­μα­τι­κών, οι «Αξιω­μα­τι­κοί Σω­τη­ρί­ας», (Kurtarma Subaylar-Halaskar Zabitan), που ή­ταν α­ντί­θε­τη στο Κο­μι­τά­το και υ­πο­χρέ­ω­σε την κυ­βέρ­νη­ση σε διά­λυ­ση. Ο Αχ­μέτ Μου­χτάρ Πα­σά σχη­μά­τισε κυ­βέρ­νη­ση α­πό ό­λα τα κόμ­μα­τα, αλ­λά στην ου­σί­α ή­ταν κυ­βέρνη­ση κα­τά του Κο­μι­τά­του. Με αυ­τές τις συν­θή­κες και με τις συ­νε­χείς δια­δη­λώ­σεις του Κο­μι­τά­του, ει­σέρ­χε­ται η Αυ­το­κρα­το­ρί­α στον Α΄ Βαλ­κα­νι­κό Πό­λε­μο. Α­μέ­σως με τις πρώ­τες α­πο­τυ­χί­ες στα μέτω­πα της Βαλ­κα­νι­κής, δια­λύ­ε­ται η κυ­βέρ­νη­ση του Αχ­μέτ Μου­χτάρ Πα­σά και σχη­μα­τί­ζει κυ­βέρ­νη­ση ο φι­λε­λεύ­θε­ρος Κα­μίλ Πα­σά, η ο­ποί­α σε ό­λη τη διάρ­κεια του πολέ­μου εί­χε ως α­ντι­πο­λί­τευ­ση το Κο­μι­τά­το.
Τούρ­κοι ι­στο­ρι­κοί α­να­φέ­ρουν ό­τι η πο­λι­τι­κή του Κο­μι­τά­του στα Βαλ­κά­νια (Νό­μος για εκ­κλη­σί­ες και σχο­λεί­α, προ­σπά­θεια τουρ­κο­ποί­η­σης της Αλ­βα­νί­ας) ο­δή­γη­σε τα βαλ­κα­νι­κά κρά­τη να πα­ρα­με­ρί­σουν τις δια­φορές τους και να συμ­μα­χή­σουν κα­τά της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας και σε συν­δυα­σμό με την ε­μπλο­κή του Στρα­τού στην πο­λι­τι­κή, συ­νέ­τει­ναν τα μέ­γι­στα στη διά­λυσή της.
Η Βουλ­γα­ρί­α, μη α­πο­κρύ­πτο­ντας τις ε­πί­βου­λες σκέ­ψεις της για τη Μα­κε­δο­νί­α και τη Θρά­κη, προ­σπα­θού­σε να κυ­ριαρ­χή­σει στα ε­δά­φη που της εί­χαν ε­πι­δι­κα­στεί με τη Συν­θή­κη του Α­γί­ου Στε­φά­νου. Η Ελ­λά­δα, λα­βω­μέ­νη και τα­πει­νω­μέ­νη α­πό τον α­τυ­χή πό­λε­μο του 1897 με την Ο­θω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρί­α, μό­λις το 1904 α­νέ­λα­βε συντο­νι­σμέ­νη προ­σπά­θεια κα­τά των Βουλ­γά­ρων, με την κα­λυμ­μέ­νη συμ­με­το­χή του κρά­τους και φα­νε­ρή των ι­διω­τών, στον πε­ρί­φη­μο Μα­κε­δο­νι­κό α­γώ­να που δι­ήρ­κη­σε μέ­χρι το 1908 και α­πέ­τρε­ψε τον εκ­βουλγα­ρι­σμό της Μα­κε­δο­νί­ας.
Στην Ελ­λά­δα, στον α­πό­η­χο αυ­τών των ε­ξελί­ξε­ων, εκ­δη­λώ­θη­κε το Στρα­τιω­τι­κό Κί­νη­μα στο Γου­δί, το 1909, κλή­θη­κε α­πό την Κρή­τη ο Ε­λευ­θέ­ριος Βε­νι­ζέ­λος και α­νέ­λα­βε την Πρω­θυ­πουρ­γί­α. Πα­ράλ­λη­λα πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε α­να­διορ­γά­νω­ση, εκ­παί­δευ­ση και ε­ξο­πλι­σμός του Στρα­τού (τυ­φέ­κιο Μάν­λι­χερ και πυ­ρο­βό­λο Σναί­δερ) και του Ναυ­τι­κού (ο­λο­κλή­ρω­ση προ­γράμ­μα­τος κυ­βέρ­νη­σης Θε­ο­τό­κη – Α­βέ­ρωφ κ.λπ.), υ­πό την ε­πί­βλε­ψη ξένων στρα­τιω­τι­κών α­πο­στο­λών (γαλ­λι­κή, αγγλι­κή).
Μέ­σα στο ρευ­στό αυ­τό πολι­τι­κο­στρα­τιω­τι­κό πε­ρι­βάλ­λον, α­πό το 1910 άρ­χι­σαν οι ζυ­μώ­σεις με­τα­ξύ των βαλ­κα­νι­κών κρα­τών, τα δε α­πο­τε­λέ­σμα­τα φά­νη­καν αρ­χές του 1912 με την υ­πο­γρα­φή, στις 29 Φε­βρουα­ρί­ου, της Σερ­βο­βουλ­γα­ρι­κής Συν­θή­κης και στις 29 Α­πρι­λί­ου του ί­διου έ­τους υ­πο­γρά­φη­κε η στρα­τιω­τι­κή σύμ­βα­ση με­τα­ξύ των δύ­ο κρα­τών. Α­κο­λού­θη­σε στις 16 Μα­ΐ­ου 1912 η υ­πο­γρα­φή της α­μυ­ντι­κής συμ­φω­νί­ας με­τα­ξύ Ελ­λά­δος και Βουλ­γα­ρί­ας. Με τη Σερβί­α και το Μαυ­ρο­βού­νιο η χώ­ρα μας δεν υ­πέ­γρα­ψε συν­θή­κες, αλ­λά α­ντήλ­λα­ξε ο­μά­δες ε­πι­τε­λεί­ου, για συ­ντο­νι­σμό των ε­πι­χει­ρή­σε­ων. Υ­πό αυ­τές τις συν­θή­κες στις 17 Σεπτεμ­βρί­ου 1912 η χώ­ρα μας ει­σέρ­χε­ται στον Α΄ Βαλ­κα­νι­κό πό­λε­μο, ε­νώ η Αυ­το­κρα­το­ρί­α ο­δη­γή­θη­κε στη Συν­θή­κη του Ου­σύ (15 Ο­κτω­βρί­ου 1912), με την ο­ποί­α τερ­μα­τι­ζό­ταν ο πό­λε­μος με την Ι­τα­λί­α, χά­νο­ντας ό­μως τη Λι­βύη και τα Δω­δε­κά­νη­σα.
Στρα­τιω­τική κατάστα­ση
Ό­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε, η κα­κή οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση της Ο­θω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας εί­χε ε­πί­πτω­ση στη μα­χη­τι­κή ι­κα­νό­τη­τα των ε­νό­πλων δυ­νά­με­ων. Με­τά την πα­ρο­χή του νέ­ου Συ­ντάγ­μα­τος άρ­χι­σε η α­να­διορ­γά­νω­ση του Στρα­τού με νό­μο που τέθη­κε σε ι­σχύ στις 9 Ιουλί­ου 1910. Με τη νέ­α οργά­νω­ση, μειώ­θη­κε η ο­ρο­φή και δια­λύ­θη­καν μο­νά­δες χω­ρίς να ορ­γα­νω­θεί ή χω­ρίς να προλάβει να ορ­γα­νω­θεί α­ξιό­πι­στο σύ­στη­μα ε­πι­στρά­τευ­σης. Το ί­διο έ­τος δια­λύ­θη­καν τα Συντάγ­μα­τα πυ­ρο­βο­λι­κού των φρου­ρί­ων Μυ­τι­λή­νης, Χί­ου και Ρόδου και οι μο­νά­δες πυ­ρο­βο­λι­κού υπάχθηκαν στις μο­νά­δες πε­ζι­κού. Απο­φα­σί­στη­κε, ε­πί­σης, η συ­γκέντρω­ση των μι­κρών στρα­τιω­τι­κών τμη­μά­των –επι­πέδου Λό­χου-Δι­μοι­ρί­ας– α­πό τα μι­κρά νη­σιά στις έ­δρες των ταγ­μά­των. Τον Μά­ιο του 1910 άρ­χι­σε η συ­ζή­τη­ση πε­ρί της έ­δρας του Τάγ­μα­τος της Πε­ρι­φέ­ρειας (eyalet) Αρ­χι­πε­λά­γους. Αρχι­κά α­πο­φα­σί­στη­κε η Ρό­δος, ως έ­δρα του πε­ρι­φε­ρειάρ­χη, με­τά ό­μως α­πό πιέ­σεις των διοι­κού­ντων τη Χί­ο και με δε­δο­μέ­νο την κε­ντρι­κή της θέ­ση, την εγ­γύ­τη­τα με την έ­δρα της Με­ραρ­χί­ας (Σμύρ­νη) και την ύ­παρ­ξη στρα­τώ­νων και νο­σο­κο­μεί­ου, άλλα­ξε η α­πό­φα­ση και η Διοί­κη­ση του Τάγ­μα­τος ε­γκα­τα­στά­θη­κε στη Χί­ο.
Η α­πό­συρ­ση των στρα­τιω­τι­κών τμη­μά­των α­πό τα μι­κρά νη­σιά, σύμ­φω­να με την ε­φη­με­ρί­δα Ahenk (Αρ­μο­νί­α ) της Σμύρ­νης, δη­μιούρ­γη­σε αί­σθη­μα ανα­σφά­λειας, λό­γω του ό­τι δεν ε­παρ­κού­σε η Στρα­το­χω­ρο­φυ­λακή. Προς τού­το οι α­πο­φοι­τή­σα­ντες α­πό τις σχο­λές χω­ρο­φυ­λα­κής Θεσσα­λο­νί­κης και Σμύρ­νης το­πο­θε­τή­θη­καν στην πε­ρι­φέ­ρεια Αρ­χι­πε­λά­γους, και έ­χου­με με την έ­ναρ­ξη του Ι­τα­λο­τουρ­κι­κού πο­λέ­μου, στις 29 Σεπτεμ­βρί­ου 1911, α­νά έ­να Τάγ­μα Στρα­το­χω­ρο­φυ­λα­κής μειωμέ­νης σύν­θε­σης σε Ρό­δο, Χί­ο και Λέ­σβο. Η στρα­τη­γι­κή ό­μως της α­πό­συρ­σης των δυ­νά­με­ων α­πό τα νη­σιά α­πο­δεί­χθη­κε λαν­θα­σμέ­νη, ό­πως έ­δει­ξαν τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα των ε­πι­χει­ρή­σε­ων, διό­τι με την α­δυ­να­μί­α του Ο­θω­μα­νι­κού Ναυ­τι­κού να πα­ρέ­χει υ­πο­στή­ρι­ξη και να δια­θέτει πλοί­α για με­τα­φο­ρά τμη­μά­των και πυ­ρο­μα­χι­κών, οι με­τα­φο­ρές γίνονταν με ελ­λη­νι­κά πλοί­α (ελ­λη­νι­κής ι­διο­κτη­σί­ας) και μά­λι­στα σε καιρό πο­λέ­μου.
Το Τουρ­κι­κό Ναυ­τι­κό, στις αρ­χές του 20ού αιώ­να, υ­περ­τε­ρού­σε του Ελλη­νι­κού σε α­ριθ­μό μο­νά­δων και σε ε­πι­χει­ρη­σια­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Με­τά το ε­πει­σό­διο α­νάρ­τη­σης της ελ­λη­νι­κής ση­μαί­ας στο Φρού­ριο Χα­νί­ων, στις 13 Ιουλί­ου 1909, κα­τά το ο­ποί­ο το Οθω­μα­νι­κό Ναυ­τι­κό α­πεί­λη­σε με α­πό­βα­ση, το Υ­πουρ­γεί­ο Ναυ­τι­κών, με τη βο­ή­θεια α­πο­στο­λών α­πό Γαλ­λί­α και Αγ­γλί­α, άρ­χι­σε την α­να­διορ­γά­νω­ση του Ελλη­νι­κού Ναυ­τι­κού (εκ­παί­δευ­ση, σχέ­δια κ.λπ.) ε­νώ πα­ράλ­λη­λα εισέρ­χο­νταν οι νέ­ες ναυ­τι­κές μο­νά­δες στη δύ­να­μη του Στό­λου.
Έ­τσι, πα­ρα­μο­νές του Α΄ Βαλ­κα­νι­κού πο­λέ­μου, πα­ρα­τη­ρεί­ται μια ποιο­τι­κή δια­φο­ρά του Ναυ­τικού μας, κυ­ρί­ως λό­γω του θω­ρη­κτού «Α­βέ­ρωφ» αλ­λά και των άλ­λων νέ­ων μο­νά­δων σε τα­χύ­τη­τα και ι­σχύ πυ­ρός (ρυθ­μός βο­λής ο­θω­μα­νι­κών θω­ρη­κτών 1 βλή­μα/2 λε­πτά, ενώ το «Α­βέ­ρωφ» εί­χε ρυθ­μό 2 βλή­μα­τα/λε­πτό).
Α­πό πλευ­ράς στρα­τη­γι­κής, το Τουρ­κι­κό Ναυ­τι­κό υ­στέ­ρη­σε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Στην ου­σί­α, ε­νήρ­γη­σε μέ­χρι αρχές Δεκεμ­βρί­ου 1912 ως μια πλω­τή χερ­σαί­α δύ­να­μη στη Μαύ­ρη Θά­λασ­σα αρ­χι­κά και στην Προ­πο­ντί­δα στη συ­νέ­χεια. Σε τού­το συ­ντέ­λε­σαν οι πα­ρα­κά­τω λό­γοι:
  • Η α­νά­γκη ά­μυ­νας στη Μαύ­ρη Θά­λασ­σα για προ­στα­σί­α των Στε­νών και της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης α­πό τη Βουλ­γα­ρί­α και ο μό­νι­μος φό­βος ε­μπλο­κής της Ρω­σί­ας
  • Η τα­χεί­α προ­έ­λα­ση των βουλ­γα­ρι­κών δυ­νά­με­ων μέχρι τη γραμ­μή Τσα­τάλ­τζα-Ση­λυ­βρί­α και η α­νά­γκη α­να­κο­πής της προ­έ­λα­σης με το ναυ­τι­κό πυ­ρο­βο­λι­κό
  • Η κα­κή εκ­παί­δευ­ση του προ­σω­πι­κού (έλλει­ψη νυ­κτε­ρι­νής εκ­παί­δευ­σης), η ε­πι­χει­ρη­σια­κή υ­πε­ρο­χή του Ελλη­νι­κού Ναυ­τι­κού και η έλ­λει­ψη πλη­ρο­φο­ριών
  • Οι δια­φο­ρές που υ­πήρ­χαν με­τα­ξύ Υ­πουργεί­ου Στρα­τιω­τι­κών, Γε­νι­κού Ε­πι­τε­λεί­ου και Αρ­χη­γεί­ου του Στό­λου.
Α­ντί­θε­τα, από ε­νάρ­ξε­ως του πο­λέ­μου, η ε­πι­θε­τι­κή τα­κτι­κή που ε­φάρ­μοσε το Ελλη­νι­κό Ναυ­τι­κό, με την τα­χεί­α κατά­λη­ψη Ίμ­βρου-Τε­νέ­δου-Λή­μνου-Θά­σου και Σα­μο­θρά­κης και τη δη­μιουρ­γί­α προ­χω­ρη­μέ­νης ναυ­τι­κής βά­σης στο Μού­δρο, ε­πέ­τρε­ψε να α­πο­κτή­σει τον α­πό­λυ­το έ­λεγ­χο του Αι­γαί­ου και να απο­τρέ­ψει τη με­τα­φο­ρά ε­φε­δρειών α­πό τη Μι­κρά Α­σί­α στη Μακε­δο­νί­α, πα­ράλ­λη­λα δε να δη­μιουρ­γή­σει τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για α­πε­λευ­θέ­ρω­ση και των υπόλοιπων νη­σιών του Αι­γαί­ου.
Ο Ελληνικός Στρατός στο Κλαπάδο. (lesvosnews.net)
Ο Τουρ­κι­κός τα­κτι­κός Στρα­τός στη Λέ­σβο, υ­πό τον Ταγ­μα­τάρ­χη Βα­σίφ Μπέ­η (Vasıf Bey), ο ο­ποί­ος α­νέ­λα­βε κα­θή­κο­ντα τον Μά­ιο του 1912, υ­πα­γό­ταν στο 18ο Σύ­νταγ­μα της 6ης Με­ραρ­χί­ας της Σμύρ­νης. Φθά­νο­ντας στο νη­σί, ο Βα­σίφ Μπέ­ης προ­έ­βη σε λε­πτο­με­ρή α­να­γνώ­ρι­ση του ε­δά­φους και βά­σει ο­δηγιών, λό­γω της α­πει­λής για α­πό­βα­ση των Ι­τα­λών, ε­πέ­λε­ξε ως τε­λι­κή το­πο­θεσί­α α­μύ­νης τα υ­ψώ­μα­τα πέ­ριξ του ο­θω­μα­νι­κού χω­ριού Κλα­πά­δος και δυ­τι­κά της Πέ­τρας, ώ­στε να υ­πάρ­χει δυ­να­τό­τη­τα δια­φυ­γής α­πέ­να­ντι μέ­σω Μο­λύ­βου. Οργά­νω­σε την το­πο­θε­σί­α, έ­φτια­ξε α­πο­θή­κες εκ­στρα­τεί­ας, α­μυ­ντι­κά ο­ρύγ­μα­τα, α­νέ­πτυ­ξε ε­πι­κοι­νω­νί­ες και πο­λε­μι­κό στρα­τη­γεί­ο. Με την κή­ρυ­ξη της ε­πι­στρά­τευ­σης, εί­χε στη διά­θεσή του 2 λό­χους τα­κτι­κού στρα­τού (7ο-8ο), 4 Τάγ­μα­τα ε­φέ­δρων (Μυ­τι­λή­νης-Μο­λύ­βου-Κλα­πά­δου και Πα­ρα­κοί­λων), 1 τάγ­μα ε­φέ­δρων του Δι­κε­λί, 1 ο­ρει­βα­τι­κή πυ­ρο­βο­λαρ­χί­α και 1 δι­μοι­ρί­α πο­λυ­βό­λων. Τις δυ­νάμεις αυ­τές τις ορ­γά­νω­σε σε 2 συ­ντάγ­μα­τα μειω­μέ­νης δύ­να­μης (συ­νο­λι­κά 1.650 άν­δρες). Με την α­πο­στρά­τευ­ση μο­νά­δων που α­πο­φα­σί­στη­κε, το Τάγ­μα ε­φέ­δρων του Δι­κε­λί δια­λύ­θη­κε και πέ­ρα­σε α­πέ­να­ντι και στη θέ­ση του δια­τέ­θη­καν ο 5ος και 6ος λό­χος του 18ου Συ­ντάγ­ματος, που βρι­σκό­ταν στα Βουρ­λά. Με την πρόσκλη­ση των χρι­στια­νών υ­πό τα ό­πλα, η συ­νο­λι­κή δύ­να­μη α­νήλθε σε 1.000 μου­σουλ­μά­νους και 750 χρι­στια­νούς, α­πό τους ο­ποί­ους οι 600 του τα­κτι­κού στρα­τού και οι λοι­ποί ε­πί­στρα­τοι. Αν στη δύ­να­μη αυ­τή προ­στε­θούν και γύ­ρω στους 500 ε­θε­λο­ντές που κα­τα­τά­χθη­καν λί­γο πριν την α­πό­βα­ση, η συ­νολι­κή δύ­να­μη α­νήλ­θε σε 2.250 άν­δρες.
Εν τω με­τα­ξύ, μέ­σα Ο­κτω­βρί­ου, λή­φθη­κε δια­τα­γή α­πό τη Με­ραρ­χί­α να ορ­γα­νω­θεί η άμυ­να της νή­σου με ε­φέ­δρους και να με­τα­φερ­θεί ο τα­κτι­κός στρα­τός στην Α­να­το­λή. Πράγ­μα­τι 19-20 Ο­κτω­βρί­ου 1912 μια ο­ρει­βα­τι­κή πυ­ρο­βο­λαρ­χί­α και μια δι­μοι­ρί­α μυ­δρα­λιο­βό­λων πέ­ρα­σε στο Δι­κε­λί, το δε τάγ­μα στις 18 Ο­κτω­βρί­ου ξε­κί­νη­σε α­πό το πο­λε­μι­κό στρα­τη­γεί­ο που ή­ταν στη ση­με­ρι­νή Κώ­μη, με σκο­πό να περά­σει α­πέ­να­ντι, στο Δι­κε­λί. Με­τά α­πό ε­νέργειες του Βα­λή (Νο­μάρ­χης) Ε­κρέμ Μπέ­η, πα­ρά την κρι­τι­κή που του α­σκούν οι Τούρ­κοι ι­στο­ρι­κοί, προς το Υ­πουρ­γεί­ο Στρα­τιω­τι­κών, α­πο­φεύχθη­κε η α­πο­μά­κρυν­ση του τάγ­μα­τος, πλην του Διοι­κη­τή που α­να­χώ­ρη­σε για Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και στη θέ­ση του το­πο­θε­τή­θη­κε ο Ταγ­μα­τάρ­χης Α­βδούλ­γκα­νι Μπέ­ης (Abdülgani Bey). To Τάγ­μα (Διοί­κη­ση) ε­πέ­στρε­ψε στο Κά­στρο της Μυ­τι­λή­νης ό­που εί­χε έ­ναν λό­χο, και α­πό έ­ναν λό­χο σε Μό­λυ­βο και Πα­ρά­κοι­λα, έ­βγα­λε περι­πό­λους και άρ­χι­σε την ορ­γά­νω­ση της ά­μυ­νας.
Γε­γονότα προ της απε­λευθέρω­σης
Στις 15 Ο­κτω­βρί­ου 1912 η Σερ­βί­α και η Βουλ­γα­ρί­α, με α­φορ­μή με­θο­ρια­κά ε­πει­σό­δια, κή­ρυ­ξαν γε­νι­κή ε­πι­στρά­τευ­ση και μέ­σω του Βούλ­γα­ρου πρέ­σβη ζή­τη­σαν να πρά­ξει το ί­διο και η Ελ­λά­δα. Ο Βα­σι­λιάς α­που­σί­α­ζε στο ε­ξω­τε­ρι­κό, αλ­λά ο Διά­δο­χος Κων­στα­ντί­νος συμ­φώ­νησε με την ο­μό­φω­νη πρό­τα­ση του υ­πουρ­γι­κού συμ­βου­λί­ου και υ­πέ­γρα­ψε το διά­ταγ­μα της ε­πι­στρά­τευ­σης για νύ­κτα 17 προς 18 Σεπτεμ­βρίου.
Στις 4 Ο­κτω­βρί­ου κή­ρυ­ξαν τον πό­λε­μο κα­τά της Ο­θω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας η Σερ­βί­α και η Βουλ­γα­ρί­α, με α­φορ­μή την α­πόρ­ρι­ψη των ό­ρων του δια­βή­μα­τος της 3ης Ο­κτω­βρί­ου 1912 προς την Υ­ψη­λή Πύ­λη, η ο­ποί­α κα­θυ­στε­ρώ­ντας να α­πα­ντή­σει στην ελ­λη­νι­κή ρη­μα­τι­κή δια­κοί­νω­ση της 30ής Σεπτεμβρί­ου και μη α­ντι­δρώ­ντας στην εί­σο­δο Κρη­τών βου­λευ­τών την 1η Ο­κτω­βρί­ου στην Ελ­λη­νι­κή Βου­λή, προ­σπά­θη­σε του­λά­χι­στον να ε­πι­τύ­χει την ου­δε­τε­ρό­τη­τα της χώ­ρας μας.
Τε­λι­κά την 5η Ο­κτω­βρί­ου ο Έλ­λη­νας Πρέ­σβης στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη ε­πέ­δω­σε την α­να­κοί­νωση κη­ρύ­ξε­ως του πο­λέ­μου στο Ο­θω­μα­νι­κό Υ­πουρ­γεί­ο Ε­ξω­τε­ρι­κών, ε­νώ στις 1300 ώ­ρα α­πέ­πλευ­σε α­μέ­σως α­πό τον Φα­λη­ρι­κό όρ­μο ο Στό­λος του Αι­γαί­ου με 28 πλοί­α συ­νο­λι­κά και το ε­πί­τα­κτο α­τμό­πλοιο Πη­νειός, με δι­λο­χί­α του 20ού Συ­ντάγ­μα­τος. Ε­πικε­φα­λής τέ­θη­κε ο Αρ­χη­γός του Στό­λου Υ­πο­ναύ­αρ­χος Κου­ντου­ριώ­της, ο ο­ποί­ος ε­πέ­βαι­νε ε­πί του θω­ρη­κτού «Α­βέ­ρωφ».
Πα­ράλ­λη­λα με την τα­χύ­τα­τη προ­έ­λα­ση των χερ­σαί­ων στρα­τευ­μά­των στην η­πειρω­τι­κή Ελ­λά­δα, ο Στό­λος στις 8 Ο­κτωβρί­ου α­πε­λευ­θε­ρώ­νει χω­ρίς ου­σια­στι­κή α­ντί­στα­ση τη Λή­μνο, ε­γκα­θι­στά προ­χω­ρη­μέ­νη ναυ­τι­κή βά­ση στο Μού­δρο και ε­ξα­σφα­λί­ζει τον έ­λεγ­χο της ναυ­σι­πλο­ΐ­ας στο Αι­γαί­ο. Στις 18 Ο­κτω­βρί­ου α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται η Ίμ­βρος, στις 19 Ο­κτω­βρί­ου η Σα­μο­θρά­κη, στις 21 Ο­κτω­βρί­ου τα Ψα­ρά, στις 24 Ο­κτω­βρί­ου η Τέ­νε­δος και στις 4 Νο­εμ­βρί­ου η Ι­κα­ρί­α. Έ­τσι, ε­ξα­σφα­λί­ζε­ται ο α­πό­λυ­τος έ­λεγ­χος στο Αι­γαί­ο, φράσ­σο­νται με μό­νι­μη ναυ­τι­κή πε­ρι­πο­λί­α τα Στε­νά του Ελ­λη­σπό­ντου, ε­γκλω­βί­ζε­ται ο Ο­θω­μα­νι­κός Στό­λος και α­πα­γο­ρεύ­ε­ται η με­τα­φορά ε­νι­σχύ­σε­ων στο μέ­τω­πο της Μα­κε­δο­νί­ας. Α­πο­μέ­νουν μό­νο υ­πό ο­θω­μα­νι­κή κα­το­χή η Λέ­σβος και η Χί­ος.
Εν τω με­τα­ξύ οι χερ­σαί­ες ε­πι­χει­ρή­σεις ε­ξε­λίσ­σο­νται ευ­νο­ϊ­κά και με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Δυ­τι­κής και Κε­ντρικής Μα­κε­δο­νί­ας στις 26 Ο­κτω­βρί­ου α­πε­λευθε­ρώ­νε­ται η Θεσ­σα­λο­νί­κη. Η Βουλ­γα­ρί­α, απο­τυγ­χά­νο­ντας να κα­τα­λά­βει τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, ε­πι­χει­ρεί απε­λευ­θέ­ρω­ση-κα­τά­λη­ψη του Α­γί­ου Ό­ρους, και δύ­να­μη 35.000 αν­δρών, με ε­πι­κε­φα­λής τον Στρα­τη­γό Θο­ε­δω­ρώφ, προ­ε­λαύ­νει τέ­λη Ο­κτω­βρί­ου προς Χαλ­κι­δι­κή. Η ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση δια­τάσ­σει α­μέ­σως τον Στό­λο να κα­τα­λά­βει το Ά­γιον Ό­ρος (τη νύ­κτα 1 προς 2 Νο­εμβρί­ου). Μοί­ρα του Στό­λου α­πο­τε­λού­με­νη α­πό το «Α­βέ­ρωφ», το Α/Τ «Θύ­ελ­λα» και τα α­νι­χνευ­τι­κά «Ιέ­ραξ» και «Πάνθηρ», με μι­κρά ναυ­τι­κά α­γή­μα­τα, πλέ­ει με τη μέ­γι­στη τα­χύ­τη­τα προς Ά­γιον Ό­ρος. Πρώ­τη φθά­νει η «Θύ­ελ­λα» την 3η Νο­εμβρί­ου και ώ­ρα 0800 στη Δάφ­νη και α­πο­βι­βά­ζει το μι­κρό άγη­μα το ο­ποί­ο κι­νεί­ται α­μέ­σως προς Κα­ρυές. Τα βουλ­γα­ρι­κά στρα­τεύ­μα­τα ει­δο­ποι­ή­θη­καν α­πό τη Μο­νή Ζω­γρά­φου για τις ε­ξε­λί­ξεις και α­νέ­κο­ψαν την προ­έ­λα­ση. Έτσι, α­πο­φεύ­χθη­κε ο εκ­σλα­βι­σμός του Α­γί­ου Ό­ρους.
Συγ­χρό­νως τα βουλ­γα­ρι­κά στρα­τεύ­μα­τα προέλασαν τα­χύ­τα­τα προς Κων­στα­ντι­νούπο­λη και μέ­σα Ο­κτω­βρί­ου έ­φθα­σαν μέ­χρι την Τσα­τάλ­τζα (Çatalca). Τού­το θο­ρύ­βη­σε την ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση και στις 16 Ο­κτω­βρί­ου το Υ­πουρ­γεί­ο Ναυ­τι­κών ζή­τη­σε με σή­μα τη συλ­λο­γή πλη­ρο­φο­ριών για τις ε­χθρικές δυ­νά­μεις στη χερ­σό­νη­σο Καλ­λι­πό­λε­ως και στις νή­σους Λέ­σβο και Χί­ο.[7] Την 20ή Ο­κτω­βρί­ου το Υ­πουρ­γεί­ο ε­πα­να­λαμ­βά­νει τις προ­θέ­σεις του για α­ποβα­τι­κή ε­νέρ­γεια προς Καλ­λί­πο­λη, ε­νη­με­ρώ­νει τον Ναύ­αρ­χο ό­τι η φρου­ρά της ευ­ρω­πα­ϊ­κής α­κτής των Δαρ­δα­νε­λί­ων α­ποτε­λεί­ται α­πό τρί­α τάγ­μα­τα πε­ζι­κού χω­ρίς πυ­ρο­βο­λι­κό, ζητά πλη­ρο­φο­ρί­ες για Λέ­σβο-Χί­ο και κα­τα­λή­γει «Η ε­πι­χεί­ρη­σις κα­τα­λή­ψε­ως Νή­σων ε­κτε­λε­σθή­σε­ται ά­νευ α­πω­λεί­ας χρό­νου, πα­ρα­σκευα­ζο­μένης ά­μα εκ­βιά­σε­ως Δαρ­δα­νελ­λί­ων, ή­τις α­νά­γκη τε­λε­σθή ε­ντός ερ­χο­μέ­νης ε­βδο­μά­δος, διό­τι πό­λε­μος λή­γει τα­χέ­ως, έ­νε­κα προ­ε­λά­σε­ως ορ­μη­τι­κής Βουλ­γά­ρων προς Τσα­τάλ­τζαν, νι­κού­ντων κα­τά κρά­τος στρα­τόν Να­ζήμ Πασ­σά».
Πα­ρα­τη­ρού­με, λοι­πόν, ό­τι στις προ­θέ­σεις της ελ­λη­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης ή­ταν να ε­μπλα­κούν οι ελ­λη­νι­κές δυ­νά­μεις σε επι­χεί­ρη­ση υ­πε­ρά­νω των δυ­να­το­τή­των των, η ο­ποί­α α­παι­τού­σε κα­τάλ­λη­λες και ει­δι­κά ε­φο­δια­σμέ­νες και εκ­παι­δευ­μέ­νες δυ­νά­μεις και έ­θε­τε σε δεύ­τε­ρη προ­τε­ραιό­τη­τα τα νη­σιά Λέ­σβο και Χί­ο. Ευ­τυ­χώς η σω­φρο­σύ­νη του Ναυάρ­χου Κου­ντου­ριώ­τη και οι εξε­λί­ξεις άλ­λα­ξαν τα σχέ­δια και α­πο­φεύ­χθη­κε μια ά­σκο­πη πολε­μι­κή πε­ρι­πέ­τεια, διό­τι ή­ταν σί­γου­ρο ό­τι οι Με­γά­λες Δυνά­μεις, συ­μπε­ρι­λαμβα­νομέ­νης και της Ρω­σί­ας δεν θα ε­πέ­τρε­παν, ό­πως και έ­γι­νε, να κα­τα­λη­φθεί η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και να κα­τα­λυ­θεί πλή­ρως το οθω­μα­νι­κό κρά­τος. Την 21ηΟ­κτω­βρί­ου α­πα­ντά ο Αρ­χη­γός του Στό­λου στο Υ­πουρ­γεί­ο ό­τι «Ε­πί του πα­ρό­ντος λό­γω κα­κών και­ρι­κών συν­θη­κών α­δυ­να­τεί συλ­λέ­ξει πλη­ρο­φο­ρί­ες για Καλ­λί­πο­λη, Λέ­σβο και Χί­ο, ε­πι­χεί­ρη­ση προς Καλλί­πο­λη εί­ναι ε­πι­κίν­δυ­νος και α­παι­τεί του­λά­χι­στον 6.000 εκ­παι­δευ­μέ­νους άν­δρες και α­πο­βα­τι­κά μέ­σα, για δε Λέ­σβο και Χί­ο ε­παρ­κεί δύ­να­μις 2.000 αν­δρών συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου του ναυ­τι­κού α­γή­μα­τος 600 αν­δρών». Στο τη­λε­γρά­φη­μα του Ναυάρ­χου α­πα­ντά αυ­θη­μερόν το Υ­πουρ­γεί­ο και ε­νη­με­ρώ­νει, με βά­ση λαν­θα­σμέ­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες, ό­τι η φρου­ρά της Χί­ου α­πο­τε­λείται α­πό 520 άν­δρες (εκ των ο­ποί­ων οι 120 εί­ναι χρι­στια­νοί) και 4 ο­ρει­βα­τι­κά πυ­ρο­βό­λα, δια­τάσ­σο­ντας πα­ράλ­λη­λα την κα­τά­ληψή της με το ναυ­τι­κό ά­γη­μα και τη διλο­χί­α Κο­ντα­ρά­του.
Την 22α Ο­κτω­βρί­ου δια­τάσ­σο­νται τα πλοί­α «Σφεν­δό­νη» και «Λόγ­χη» να πε­ρι­πλεύ­σουν α­ντί­στοι­χα Χίο και Λέ­σβο για συλ­λο­γή πλη­ρο­φο­ριών. Τη νύ­κτα 22/23 Ο­κτω­βρί­ου, στο δί­αυ­λο Λέ­σβου-Μι­κρα­σια­τι­κών πα­ρα­λί­ων, η «Λόγ­χη» συ­νά­ντη­σε έ­να τρεχα­ντή­ρι, στο ο­ποί­ο ε­πι­βί­βα­σε έ­ναν Μυ­τιλη­νιό που εί­χε πα­ρα­λά­βει α­πό το Μού­δρο και το ρυ­μούλ­κη­σε μέ­χρι το μέ­σον του νό­τιου λι­μέ­να χω­ρίς να γί­νει α­ντι­ληπτή. Την επομένη πε­ρί τα με­σά­νυ­χτα πα­ρέ­λα­βε τον πλη­ρο­φο­ριο­δό­τη α­πό ε­ρη­μι­κή α­κτή και ε­πέ­στε­ψε στο Μού­δρο.
Στις 2 Νο­εμ­βρί­ου ο Στό­λος δια­βι­βά­ζει τις πλη­ρο­φο­ρί­ες στο Υ­πουρ­γεί­ο, και για τη Λέ­σβο α­να­φέ­ρει ό­τι η φρου­ρά α­πο­τελεί­ται α­πό 1.400 άν­δρες, εκ των ο­ποί­ων οι 300 εί­ναι χρι­στια­νοί και ό­τι οι πο­λι­τι­κές Αρχές δεν θα εί­χαν α­ντίρ­ρη­ση να πα­ρα­δώ­σουν τη νή­σο, αλ­λά ο στρα­τιω­τι­κός διοι­κη­τής θα προ­βάλ­λει κα­τά πά­σα πι­θα­νό­τη­τα α­ντί­στα­ση στην ύ­παι­θρο.[8]
Ο Αρ­χη­γός του Στό­λου εί­χε διαρ­κώς στη σκέ­ψη του τον Ο­θω­μα­νι­κό Στό­λο, ο ο­ποί­ος α­πο­τε­λού­σε τον κύ­ριο α­ντι­κει­με­νι­κό σκο­πό, και πράγ­μα­τι οι ε­ξε­λί­ξεις τον δι­καί­ω­σαν, διότι τού­τος έ­πλευ­σε στην Προ­πο­ντί­δα για να α­να­χαι­τί­σει με ναυ­τι­κό πυ­ρο­βο­λι­κό και ναυ­τι­κά α­γή­ματα, ό­πως και έ­πρα­ξε, τα βουλ­γα­ρι­κά στρα­τεύ­μα­τα.
Πα­ράλ­λη­λα, η ε­πί ο­λί­γον ο­πι­σθο­χώ­ρη­ση της V Με­ραρ­χί­ας στη Κο­ζά­νη και η α­νά­γκη ε­νί­σχυσης του με­τώ­που άλ­λαξαν τα σχέ­δια, μα­ταιώ­θη­κε ο σχε­δια­σμός για α­πό­βα­ση στη Καλ­λί­πο­λη, α­να­βλή­θη­κε η κα­τά­λη­ψη της Χί­ου και δια­τά­χθη­κε, στις 25 Ο­κτω­βρί­ου, να μεί­νει ο Στό­λος συ­γκε­ντρω­μέ­νος στο Μού­δρο. Την 26η Ο­κτω­βρί­ου, με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης, φθά­νουν πλη­ρο­φο­ρί­ες πε­ρί πι­θα­νής ε­νέργειας του Τουρ­κι­κού Στό­λου για κα­τά­ληψη της Σμύρ­νης και προς τού­το εκ­δί­δε­ται λε­πτο­με­ρής δια­τα­γή ε­πι­χει­ρή­σε­ων του Στό­λου στο Αι­γαί­ο, στην ο­ποί­α φαί­νε­ται το ε­πι­θε­τικό πνεύ­μα του Ναυάρ­χου, ο ο­ποί­ος α­να­φέ­ρει: «Γνω­ρί­ζο­μεν ε­πο­μέ­νως υ­μίν ό­τι η ε­νέρ­γεια του η­με­τέ­ρου Στό­λου έ­σε­ται σθε­να­ρώς ε­πι­θε­τι­κή».[9]
Εν τω με­τα­ξύ η κα­τά­στα­ση στη νή­σο εί­χε ε­πι­δει­νω­θεί, ο πολι­τι­κός Διοι­κη­τής (Mutassarıf) Ali Faik Ozansoy[10] α­πό την 20ή Σεπτεμ­βρί­ου 1909, πι­στός στην πο­λι­τι­κή του κο­μι­τά­του, προ­σπά­θη­σε να ε­πα­ναφέ­ρει την α­πο­κλει­στι­κή χρή­ση της ο­θω­μα­νι­κής γλώσ­σας στα ε­πί­ση­μα έγ­γρα­φα, και οι μου­σουλ­μά­νοι, με την α­νο­χή της στρα­το­χω­ρο­φυ­λα­κής, άρ­χι­σαν βί­αια ε­πει­σό­δια σε Πη­γή, Πο­λυχνί­το κ.λπ. Οι Δε­σπο­τά­δες και οι Δη­μο­γε­ροντί­ες δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν στις το­πι­κές Αρχές και στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη.[11]
Στις 30 Αυ­γού­στου διο­ρί­στη­κε για δεύ­τε­ρη φο­ρά Βα­λής (Νο­μάρ­χης) του Αρ­χι­πε­λά­γους, με έ­δρα τη Μυ­τι­λή­νη (Cezair-i Bahr-i Sefid Valiliği), ο ποι­ητής και συγ­γρα­φέ­ας Α­λί Ε­κρέμ Μπο­λα­γίρ (Αli Ekrem Bolayır), γιος του με­γά­λου Τούρ­κου ποι­η­τή και Διοι­κη­τή της Λέ­σβου α­πό το 1879/84 Να­μίκ Κε­μάλ (Namik Kemal). O Ε­κρέμ έ­φθασε στη Μυ­τι­λή­νη στις 19 Σεπτεμ­βρί­ου 1912 και γέ­μι­σε ελ­πί­δα τους κα­τοί­κους, α­φε­νός λό­γω της κα­λής ε­μπει­ρί­ας α­πό την πρώ­τη πε­ρί­ο­δο (1906/09) που ή­ταν Μου­τα­σα­ρί­φης και α­φε­τέ­ρου λό­γω της θη­τεί­ας του ε­πί 18 χρό­νια στη γραμ­ματεί­α της Υ­ψη­λής Πύ­λης. Θε­ω­ρεί­το προ­σκεί­με­νος στον Σουλ­τά­νο και ά­ρα α­ντί­θε­τος στο Κο­μι­τά­το, καί­τοι εί­χε γρά­ψει ποι­ή­μα­τα υ­πέρ αυ­τού. Μαζί με τον Φαίκ ή­ταν μέ­λη του φι­λο­λο­γι­κού πε­ριο­δι­κού Servet-i Fünun (ο πλού­τος των τε­χνών), α­πό το ο­ποί­ο το 1900 ο Ε­κρέμ α­πο­χώ­ρη­σε με­τά α­πό έ­να κρι­τικό δη­μο­σί­ευ­μα. Αρ­χές του 20ού αιώ­να στη Κων­στα­ντι­νού­πο­λη εί­χε δη­μιουρ­γη­θεί χά­σμα στη τά­ξη των λό­γιων και μορ­φω­μέ­νων Ο­θωμα­νών, οι ο­ποί­οι ε­πι­θυ­μού­σαν το τέ­λος μεν της α­πο­λυ­ταρ­χικής πε­ριό­δου του Α­μπτουλ­χα­μίτ, αλ­λά δια­φω­νού­σαν με τις ι­δέ­ες του Κο­μι­τά­του και πράγ­μα­τι εί­χαν δί­κιο, με βά­ση τις μελ­λο­ντι­κές ε­ξε­λί­ξεις (διώ­ξεις και σφα­για­σμοί μειο­νο­τή­των, ε­μπλο­κή στρα­τού στη πο­λι­τι­κή και τε­λι­κά διά­λυ­ση της αυ­το­κρα­το­ρί­ας).Τέ­τοια ή­ταν η α­ντι­πά­θεια του Φαίκ προς τον Ε­κρέμ που αν και ή­ταν ά­με­σα προ­ϊ­στά­μενός του πέρα­σαν τρεις η­μέ­ρες για να τον ε­πι­σκε­φθεί.[12]
Η ε­πι­κρα­τού­σα κα­τά­στα­ση στην πλευ­ρά των κα­τα­κτη­τών ή­ταν πο­λύ ά­σχη­μη και α­ντα­να­κλού­σε τη γε­νι­κή α­δυ­να­μί­α στην όποια εί­χε πε­ριέλ­θει η άλ­λο­τε κρα­ταιά αυ­το­κρα­το­ρί­α. Ο πολι­τι­κός Διοι­κη­τής του Σα­ντζα­κί­ου της Λέ­σβου Φαίκ Α­λί Μπέ­η ( Faik Ali Bey) ήλ­θε σε ρή­ξη με τον Διοι­κη­τή του τάγ­μα­τος στρα­το­χω­ρο­φυ­λα­κής (Jandarma) Ταγ­μα­τάρ­χη Ε­κρέμ και με­τά α­πό ε­νέρ­γειες στην Πό­λη και με τη βο­ή­θεια του το­πι­κού ελ­λη­νι­κού Τύ­που πέτυ­χε την α­πο­μά­κρυν­σή του και τη με­τά­θε­ση στα Γιάν­νε­να, Διοι­κη­τής δε του τάγ­μα­τος ο­ρί­στη­κε ο Λο­χα­γός Ε­μίν Ε­φέ­ντη. Ο ε­πι­κε­φα­λής του Αρ­χι­πε­λά­γους, πο­λιτι­κός Διοι­κη­τής Α­λή Ε­κρέμ, ε­πη­ρε­α­σμέ­νος προ­φα­νώς α­πό το Σύ­νταγ­μα που είχε πα­ρα­χω­ρή­σει ο Σουλ­τά­νος κά­τω α­πό την πί­ε­ση των Νε­ό­τουρ­κων, α­σχο­λεί­το με τη δη­μιουρ­γί­α νέ­ας συ­νοι­κί­ας στη περιο­χή του Κά­στρου με την ε­πω­νυ­μί­α Meşrutiyet (Σύ­νταγ­μα).
Ο Τούρ­κος συγ­γρα­φέ­ας İdris Bostan α­να­φέ­ρει στο βι­βλί­ο του Η­με­ρο­λό­γιο Κα­τά­λη­ψης της Μυ­τι­λή­νης – 1912 ό­τι υ­πήρ­χαν δια­φο­ρές με­τα­ξύ των πο­λι­τι­κών και στρα­τιω­τι­κών Αρχών στη Λέ­σβο, οι ο­ποί­ες α­πο­δει­κνύ­ουν την έλ­λει­ψη ε­νη­μέ­ρω­σης και πλη­ρο­φό­ρη­σης για τον ε­περ­χό­με­νο κίν­δυ­νο, πα­ρου­σιά­ζει δε ως πα­ρά­δειγ­μα την προ­α­να­φερ­θεί­σα α­πο­μά­κρυν­ση του Διοι­κητού του τάγ­μα­τος στρα­το­χω­ρο­φυ­λα­κής Ταγ­μα­τάρ­χη Ε­κρέμ και την α­δρά­νεια του Μου­τα­σα­ρί­φη Α­λί Ε­κρέμ Μπο­λα­γίρ. Α­ντί­θε­τα ε­πι­ση­μαί­νει την α­νη­συ­χί­α του α­πελ­θό­ντα Μου­τα­σα­ρί­φη Φαίκ Α­λί, ο ο­ποί­ος βλέ­πο­ντας τις κι­νή­σεις, α­πό τον Ιού­νιο του 1912, του Ελλη­νι­κού Ναυ­τι­κού στο Αι­γαί­ο προ­σπά­θη­σε με συ­νε­χή τη­λε­γρα­φή­μα­τα να πα­ρα­κι­νή­σει το εν­δια­φέ­ρον του Οθω­μα­νι­κού Ναυ­τι­κού και να ε­ξέλ­θει των Στε­νών. Ό­ταν δε άρ­χι­σε η χω­ρίς ου­σια­στική α­ντί­στα­ση α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των νη­σιών α­πό το Ελλη­νι­κό Ναυ­τι­κό, η Με­ραρ­χί­α της Σμύρ­νης α­ντί να ε­νι­σχύ­σει τα υ­πό­λοι­πα νη­σιά α­πέ­συ­ρε δυ­νά­μεις. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα της κα­κής διοί­κη­σης ή­ταν το γε­γο­νός που συ­νέ­βη­κε με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Λή­μνου κα­τά το ο­ποί­ο ο έ­παρ­χος της Ίμβρου Λουτ­φί (lütfi), α­ντι­λαμ­βα­νό­με­νος ό­τι ε­πί­κει­ται κα­τά­λη­ψη του νη­σιού, ζή­τη­σε α­πό τον Βα­λή Ε­κρέμ την ά­δεια, ο ο­ποί­ος την έ­δω­σε, και μα­ζί με τμή­μα χω­ρο­φυ­λακής, υ­παλ­λή­λους με τις οι­κο­γέ­νειες, έγ­γρα­φα και τα χρή­μα­τα του Ε­παρ­χεί­ου πέ­ρα­σε στις 26 Ο­κτω­βρί­ου α­πέ­να­ντι στο Seddülbahir (στο νό­τιο ά­κρο της χερ­σο­νή­σου της Καλ­λί­πο­λης).
Η α­στά­θεια που ε­πι­κρα­τού­σε στην οθω­μα­νι­κή κρα­τι­κή μη­χα­νή φά­νη­κε και στο θέ­μα του Μου­τα­σα­ρί­φη της Μυ­τι­λή­νης. Τέ­λη Ο­κτω­βρί­ου 1912, ε­νώ υ­πήρ­χε α­πό το 1909 στη θέ­ση του Μου­τα­σα­ρί­φη ο Φαίκ, πι­θα­νόν κα­τό­πιν πα­ρα­σκη­νια­κών ενερ­γειών του Βα­λή Ε­κρέμ, α­φε­νός λό­γω των κα­κών σχέ­σε­ων μα­ζί του και α­φε­τέρου λό­γω δια­φο­ρε­τι­κής πο­λι­τι­κής φι­λο­σο­φί­ας, στο Υπουρ­γεί­ο Στρα­τιω­τι­κών (α­ναρ­μό­διο για το θέ­μα) έ­γι­νε σύ­σκε­ψη για διο­ρι­σμό Μου­τα­σα­ρί­φη στη Μυ­τι­λήνη ή για υ­πα­γω­γή των πο­λι­τι­κών και οι­κο­νο­μι­κών Αρχών του νη­σιού στη στρα­τιω­τι­κή διοί­κη­ση. Τελι­κά α­πο­φα­σί­στη­κε να διο­ρι­στεί ως α­ντι­κα­τα­στά­της του Μου­τα­σα­ρί­φη ο Ταγ­μα­τάρ­χης Γκα­νί, στην πρά­ξη ό­μως, πι­θα­νόν α­πό α­ντί­δρα­ση των Ελ­λή­νων και μω­α­με­θα­νών δη­μο­γε­ρό­ντων και του Βα­λή Ε­κρέμ, ανέ­λα­βε Μου­τα­σα­ρί­φης, στις 20 Ο­κτω­βρί­ου 1912, ο αρ­με­νι­κής κα­τα­γω­γής Μυ­τι­λη­νιός Ε­ράμ Μπέη.
Ο Τούρ­κος συγ­γρα­φέ­ας καυ­τη­ριά­ζει την α­πρα­ξί­α των διοι­κού­ντων τα νη­σιά του Αι­γαί­ου, οι ο­ποί­οι στην ου­σί­α προ­ε­τοί­μα­ζαν την α­να­χώ­ρησή τους, ό­πως έ­γι­νε και στην Ίμ­βρο. Α­πο­τε­λεί πά­για πρακτι­κή σε πο­λε­μι­κή πε­ρί­ο­δο, προς α­πο­φυ­γή της κα­τα­στρο­φής των κρα­τι­κών αρ­χεί­ων να λαμ­βά­νο­νται σχε­τι­κά μέ­τρα. Έτσι, ο Μου­τα­σα­ρί­φης της Χί­ου Φει­ζί (Feyzi), στις 15 Μα­ΐ­ου 1912, στέλ­νει τη­λε­γράφη­μα και ε­νη­με­ρώ­νει ό­τι πλην των κα­θη­με­ρι­νών βι­βλί­ων, όλο το αρ­χεί­ο με­τα­φέρ­θη­κε στο Τσε­σμέ. Σκό­πι­μα ο Τούρ­κος συγ­γρα­φέ­ας συ­σχε­τί­ζει τις ε­νέρ­γειες των Τούρ­κων διοι­κούντων σε σχέ­ση με την ε­πι­κεί­με­νη α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των νη­σιών α­πό το Ελλη­νι­κό Ναυτι­κό και α­πο­σιω­πά ό­τι ή­δη βρι­σκό­ταν σε ε­ξέ­λι­ξη ο Ι­τα­λοτουρ­κι­κός πό­λε­μος και οι φή­μες-πλη­ρο­φο­ρί­ες ανέφε­ραν ό­τι υ­πήρ­χε πρό­θε­ση των Ι­τα­λών για κα­τά­λη­ψη ό­λων των νη­σιών του Αι­γαί­ου, γε­γο­νός που α­νά­γκα­σε την οθωμα­νι­κή στρα­τιω­τι­κή διοί­κη­ση να ε­νι­σχύ­σει τη Λέ­σβο, τη Χί­ο και τη Σά­μο, πα­ρά το ει­δι­κό κα­θε­στώς αυ­το­νο­μί­ας υ­πό την ε­πι­κυ­ριαρ­χί­α του Σουλ­τά­νου που είχε κερ­δί­σει με την ε­πα­νά­στασή της.
Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι στη Λέ­σβο, α­φε­νός λό­γω της α­πό­στα­σης α­πό την Η­πει­ρω­τι­κή Ελ­λά­δα και α­φε­τέ­ρου της πο­λι­τι­κής των δη­μο­γε­ρό­ντων και της Εκ­κλη­σί­ας, οι ο­ποί­οι φο­βού­νταν τα α­ντί­ποι­να, δεν εκ­δη­λώ­θη­καν σο­βα­ρές ε­πα­να­στα­τι­κές προσπά­θειες, σε α­ντί­θε­ση με τη Σά­μο. Ε­ξαί­ρεση α­πο­τέ­λε­σαν οι Λέ­σβιοι ε­κτός νή­σου οι ο­ποί­οι ορ­γά­νω­σαν αρ­χι­κά στην Α­με­ρι­κή τη Λε­σβια­κή φά­λαγγα και ήλ­θαν να βο­η­θή­σουν, υ­πό τη διοί­κη­ση του Λο­χα­γού Δρί­τσα και στη συνέ­χεια οι Λέ­σβιοι της Α­θή­νας ορ­γά­νω­σαν έ­να α­ντάρ­τι­κο σώ­μα, το ο­ποί­ο έ­φθα­σε με πλοί­ο α­νοι­κτά του Πλω­μα­ρί­ου, έ­βγα­λε έ­ναν α­ντάρ­τη στη Μι­λή­ντα και ζή­τη­σε από τους Πλω­μα­ρί­τες βο­ή­θεια για α­πό­βα­ση και πε­ραι­τέ­ρω δρά­ση. Οι δη­μο­γέ­ρο­ντες, φο­βού­με­νοι α­ντί­ποι­να, α­πά­ντη­σαν ό­τι θα ε­μπλα­κούν μό­νον ε­άν η ε­πι­χείρη­ση υ­πο­στη­ρι­ζό­ταν α­πό πο­λε­μι­κά πλοί­α· έ­τσι το πλοί­ο α­πο­χώ­ρη­σε.
Ε­νώ ή­δη εί­χε αρ­χί­σει η νι­κη­φό­ρα προ­έ­λα­ση του Ελ­λη­νι­κού Στρα­τού στην Ή­πει­ρο και τη Μα­κε­δο­νί­α και το Ελ­λη­νι­κό Ναυ­τι­κό, με ε­πι­κε­φα­λής τον Ναύ­αρ­χο Κου­ντου­ριώ­τη ε­πί του Θω­ρη­κτού «Α­βέ­ρωφ», κυ­ριαρ­χού­σε στο Αι­γαί­ο και η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση άρχι­σε να γί­νε­ται ε­πι­κεί­με­νη, στη Μυ­τι­λή­νη οι ξέ­νοι πρό­ξενοι ή­θε­λαν να παί­ξουν ρό­λο με­σο­λα­βη­τή και οι θρη­σκευ­τι­κοί η­γέ­τες, Μη­τρο­πο­λί­της Κύ­ριλ­λος και Μου­φτής, συ­νι­στού­σαν στα ποί­μνια τους ψυ­χραι­μί­α και ε­μπι­στο­σύ­νη προς την άλ­λη πλευ­ρά.
Κα­θώς πλη­σί­α­ζε το τέ­λος της ο­θω­μα­νι­κής κυ­ριαρ­χί­ας, άρ­χι­σαν στη Λέ­σβο να α­να­πτύσ­σουν δρα­στη­ριό­τη­τα και διά­φο­ροι πρού­χο­ντες της Μυ­τι­λή­νης και του Πλω­μα­ρί­ου με ση­μα­ντι­κό­τε­ρη αυ­τή του ε­μπό­ρου Θρ. Με­λαν­δρι­νού και του Πρω­το­σύ­γκελ­λου Μυ­τι­λή­νης Βα­σι­λεί­ου. Γίνονταν συ­να­ντή­σεις και στάλ­θη­καν α­πό τον Με­λαν­δρι­νό ε­πτά συ­νολι­κά ε­πι­στο­λές στην Α­θή­να (Πρω­θυ­πουρ­γό και Υ­πουρ­γό Ναυ­τι­κών) και στον Ναύ­αρ­χο Κου­ντου­ριώ­τη, αρ­χής γενο­μέ­νης α­πό 22 Οκτω­βρί­ου 1912,[13] στις ο­ποί­ες πα­ρα­τί­θε­ντο πλη­ρο­φο­ρί­ες και γίνονταν εκ­κλή­σεις για α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του νη­σιού. Ό­πως α­ναφέ­ρε­ται στο 10οΚεφ. της Ι­στο­ρί­ας του Πο­λε­μι­κού Ναυ­τι­κού[14], α­πό 19 Ο­κτω­βρί­ου διε­ξά­γο­νταν συ­νεν­νο­ή­σεις με­τα­ξύ Ναυάρ­χου και Υ­πουρ­γεί­ου για την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση Λέ­σβου-Χί­ου, και η κυ­βέρ­νη­ση έ­φθα­σε στην τε­λι­κή α­πό­φα­ση α­φού συ­γκε­ντρώ­θηκαν και δια­σταυ­ρώ­θη­καν α­ξιό­πι­στες πλη­ρο­φο­ρί­ες πε­ρί των δυ­νά­με­ων κα­το­χής στα δύ­ο νη­σιά, οι οποί­ες δια­βι­βά­στη­καν στο Υ­πουρ­γεί­ο, στις 2 Νο­εμβρί­ου. Μα­ταιώ­θη­κε η λί­αν πα­ρά­τολ­μη και ε­πι­κίν­δυ­νη ε­πι­χεί­ρη­ση προς Καλ­λί­πο­λη, και το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο, στα­θε­ρο­ποι­ή­θη­κε το μέ­τω­πο της V Με­ραρ­χί­ας στην Κο­ζάνη και έ­τσι κα­τέ­στη δυ­να­τή η διά­θε­ση ε­νί­σχυ­σης ε­νός τάγ­μα­τος α­πό τα έ­μπε­δα. Με δε­δο­μέ­νο ό­τι το Υ­πουρ­γεί­ο α­νέ­στειλε την α­πό 21 Ο­κτω­βρί­ου δια­τα­γή του πε­ρί α­πε­λευ­θε­ρώ­σε­ως πρώ­τα της Χί­ου, στις 4 Νοεμβρί­ου, τη­λε­γρα­φεί ο Στό­λος στο Υ­πουργεί­ο και α­να­φέ­ρει ό­τι «Κά­τοι­κοι Λέ­σβου δια ε­πα­νει­λημ­μέ­νων ε­πι­τρο­πών και α­πο­στο­λών ζη­τού­σι με­τά­βα­σιν στό­λου […]». Στις 6 Νο­εμβρί­ου α­πα­ντά το Υ­πουρ­γεί­ο: «Α­πε­φασί­σθη κα­τά­λη­ψις Λέ­σβου και Χί­ου, ζη­τη­θεί πα­ρά Δια­δό­χου ε­νί­σχι­σις […]. Ά­μα πα­ρο­χή ε­νι­σχύ­σε­ως, γεννή­σε­ται α­πο­στο­λή ταύ­της εις Λέ­σβον […]. Ελ­πί­ζο­μεν αύ­ριον δο­θή ε­νί­σχυ­σις […]. Εν πά­ση πε­ρι­πτώ­ση, ε­τοι­μά­σα­τε τρεις λό­χους α­γή­μα­τος Δε­μέ­στιχα, Κορ­μού­λη και Χορ­ν και έ­στε έ­τοι­μος ό­πως πρω­ί­αν Τε­τάρ­της (7 Νο­ε) εμ­φα­νι­σθεί­τε ε­νώ­πιον Λέ­σβου και ε­νερ­γή­σε­τε […]».
Με με­τα­γε­νέ­στε­ρο τη­λε­γρά­φημα, το Υ­πουρ­γεί­ο α­να­φέ­ρει: «Ά­μα λή­ψη α­παντή­σε­ως Δια­δό­χου θέ­λο­με δια­γρά­ψει η­με­τέ­ρα Πει­ραιά ε­νέρ­γεια». Πα­ρα­τη­ρού­με πα­λι­νω­δί­ες στις δια­τα­γές του Υ­πουρ­γεί­ου Ναυ­τικών, κυ­ρί­ως λό­γω δια­φο­ρε­τι­κής ε­κτι­μή­σε­ως με­τα­ξύ Στό­λου και Υ­πουρ­γεί­ου πε­ρί των α­να­γκαί­ων δυ­νάμε­ων για ε­νέρ­γεια προς Λέ­σβο. Ο Ναύ­αρ­χος ε­πη­ρε­α­σμέ­νος από τις εκ­κλή­σεις των κα­τοί­κων της Λέ­σβου θε­ω­ρού­σε αρ­κε­τό το ά­γη­μα ναυ­τι­κού (600 άν­δρες). Ευ­τυ­χώς το Υ­πουρ­γεί­ο δεν πα­ρα­σύρ­θη­κε και το με­ση­μέ­ρι της 7ηςΝο­εμβρί­ου τη­λε­γρα­φεί: «Υ­πεν­θυ­μί­ζο­με δια­τα­γή μας με α­ριθ­μό 1381 προς κα­τά­λη­ψη Λέ­σβου. Προς ε­κτέ­λε­ση δια­τα­γής η­μών καί­τοι θε­ω­ρεί­τε με α­να­φο­ρές σας 438 και 708 η­με­τέρα δύ­να­μη α­γή­μα­τος αρ­κε­τή α­πο­στέλ­λο­με έ­τι τάγ­μα πε­ζι­κού υ­πό ταγ­μα­τάρ­χη Μα­νου­σά­κη […] συ­νι­στώ­μεν ε­κλο­γή πε­ριο­χής α­πόβα­σης τεί­νου­σαν εις κα­τά­λη­ψιν πό­λε­ως […] ά­μα θεω­ρή­τε συ­ντεί­νον προς ε­πι­τυ­χί­αν ε­πι­χει­ρή­σε­ως ε­νερ­γή­σα­τε κα­τά­λη­ψιν της πό­λε­ως προ α­φί­ξε­ως της ε­νι­σχύ­σε­ως». Φαί­νε­ται κα­θα­ρά η δι­χο­γνω­μί­α με­τα­ξύ Ναυάρ­χου και Υ­πουρ­γεί­ου και ευ­τυ­χώς δεν ε­πι­κρά­τη­σε ο εν­θου­σια­σμός, διό­τι οι ε­ξε­λί­ξεις έ­δει­ξαν ό­τι και το τάγ­μα του Μα­νου­σά­κη ή­ταν λί­γο για πλή­ρη α­πελευ­θέ­ρω­ση της νή­σου, ό­πως θα δού­με πα­ρακά­τω.
Έφοδος κατά του Εχθρού. (lesvosnews.net)
Α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Λέ­σβου
Εν τω με­τα­ξύ στον ναύ­σταθ­μο στη Λή­μνο ε­πι­κρατού­σε ορ­γα­σμός: Πα­ράλ­λη­λα με την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Ι­κα­ρί­ας (6 Νο­εμβρί­ου), διατάχθηκαν τα ε­πί­τα­κτα «Πέ­λοψ» και «Κρή­τη» να κα­τα­πλεύ­σουν σε Δάφ­νη και Θά­σο α­ντί­στοιχα και να πα­ρα­λά­βουν τα ευ­ρι­σκό­με­να τμή­μα­τα ναυ­τι­κού α­γή­μα­τος. Ε­πίσης, α­πό Ίμ­βρο, Λή­μνο και Σα­μο­θρά­κη συ­γκε­ντρώ­θη­καν άν­δρες και μα­ζί με τους 250 που έφθα­σαν α­πό Πει­ραιά με το ε­πί­τα­κτο «Φρό­σω» ορ­γα­νώ­θη­κε ναυ­τι­κό ά­γη­μα συ­νο­λι­κής δύ­να­μης 600 αν­δρών (δύ­ο λό­χοι) υ­πό τον Υ­πο­πλοί­αρ­χο Με­λά, το ο­ποί­ο ε­νι­σχύ­θη­κε με 2 α­πο­βα­τι­κά πυ­ρο­βό­λα και 2 πο­λυ­βό­λα «Μα­ξίμ» του «Α­βέ­ρωφ».
Την ί­δια η­μέ­ρα (6 Νο­εμβρί­ου) πα­ρου­σιά­στηκε στο Α/Τ «Δό­ξα» στην Τέ­νε­δο ι­διώ­της α­πό το Πλω­μά­ρι και ρώ­τη­σε για το ι­στιο­φό­ρο που ε­πρό­κει­το να με­τα­φέ­ρει ό­πλα στη Λέ­σβο (πα­ρέ­μει­νε με τη λέμ­βο του ε­πί η­μέ­ρες στο στε­νό Χί­ου-Ψα­ρών για να ο­δη­γή­σει το ι­στιο­φό­ρο). Α­πό το ε­πει­σό­διο τού­το φαί­νε­ται η έλ­λει­ψη συ­ντο­νι­σμού των δια­φό­ρων φο­ρέ­ων που ε­νε­πλά­κη­σαν στις προ­ε­τοι­μα­σί­ες για την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση. Τε­λι­κά, α­φού ε­νη­με­ρώ­θη­κε ο Κου­ντου­ριώ­της, διέ­τα­ξε τη «Δό­ξα» να ε­πι­βι­βά­σει τον ι­διώ­τη και να τον α­πο­βι­βά­σει στη Πα­να­γιού­δα για να ε­νη­με­ρώ­σει τον Μη­τρο­πο­λί­τη, ό­πως και έ­γι­νε τη νύ­κτα 6 προς 7 Νο­εμβρί­ου. Ο ι­διώ­της βρή­κε και ε­νη­μέ­ρωσε στη Μη­τρό­πο­λη τον Πρω­το­σύ­γκελλο Βα­σίλειο, ό­τι την ε­πό­με­νη η­μέ­ρα ο Στό­λος θα α­πε­λευ­θε­ρώ­σει τη Λέ­σβο.[15]
Το Υ­πουρ­γεί­ο ε­νη­μέ­ρω­σε τον Στό­λο ό­τι τα ε­πί­τα­κτα «Ι­σμή­νη» και «Κα­λου­τάς» με­τα­φέ­ρο­ντα το Τάγ­μα του Μα­νου­σά­κη (15 αξιω­μα­τικοί και 1019 ο­πλί­τες) μα­ζί με το Α/Τ «Νέ­α Γε­νε­ά» (πρώ­τη φο­ρά με­τεί­χε σε ε­πι­χει­ρή­σεις) θα α­πο­πλεύ­σουν α­πό Πει­ραιά τη νύ­κτα της 6/7 Νο­εμβρί­ου και κι­νού­με­να με τα­χύ­τη­τα 8-10 κόμ­βων θα συ­να­ντού­σαν τον Στό­λο α­νοι­κτά της Μυ­τι­λή­νης. Α­μέ­σως ο Ναύ­αρ­χος διέ­τα­ξε το Α/Τ «Βέ­λος» να πα­ραλά­βει δύ­ο ντό­πιους για ο­δη­γούς των α­πο­βα­τι­κών στρα­τευ­μά­των και να πλεύσει για να συ­να­ντή­σει εν πλω το Τάγ­μα. Ε­πιση­μαί­νε­ται ό­τι το Υ­πουρ­γεί­ο, βα­σι­ζό­με­νο σε πλη­ρο­φο­ρί­ες ό­τι έ­νας Χί­ος λα­θρέ­μπο­ρος ο­νο­μα­ζό­με­νος Α­ντώ­νης Αγ­γε­λινός εί­χε προ­σλη­φθεί α­πό το Οθω­μα­νι­κό Ναυ­τι­κό και ε­πι­βαί­νο­ντας σε πο­λε­μι­κό πλοί­ο, ό­μοιο με τα νε­ο­ει­σερ­χό­με­να στον Στό­λο «Κε­ραυ­νό» και «Νέ­α Γε­νε­ά», θα προ­σπαθούσε να εμ­βο­λί­σει το «Α­βέ­ρωφ», εί­χε δώ­σει αυ­στη­ρές δια­τα­γές για βύ­θι­ση πα­ρό­μοιου πλοί­ου που θα κινεί­το ύ­πο­πτα στην πε­ριο­χή.
Στις 7 Νο­εμβρί­ου ε­πι­βι­βά­στη­κε το ά­γη­μα στο ε­πί­τα­κτο «Πέ­λοψ», και στο «Α­βέρωφ», ο­λο­κλη­ρώ­θη­καν οι προ­ε­τοι­μα­σί­ες, και δό­θη­κε ε­ντο­λή να α­πο­πλεύ­σει ο Στό­λος στις 1700 ώ­ρα, αλ­λά βλά­βη στο πη­δά­λιο του θω­ρη­κτού «Σπέ­τσες» ε­πέ­τρε­ψε να αρ­χί­σει ο α­πό­πλους στις 1900. Α­φού εξήλ­θε α­πό το Μού­δρο, ο Στό­λος (11 πλοί­α και μα­ζί με το «Βέ­λος» συ­νο­λι­κά 12) έ­λα­βε διάτα­ξη μά­χης και κά­τω α­πό το φως του φεγ­γα­ριού και με πλή­ρη νη­νε­μί­α έ­πλε­ε προς Λέσβο. Πα­ράλ­λη­λα, ο Ναύ­αρ­χος τη­λε­γρα­φού­σε στο Α/Τ «Λέ­ο­ντα» που ή­ταν ε­πι­κε­φα­λής των α­νι­χνευ­τι­κών που πε­ρι­πο­λού­σαν έ­ξω α­πό τα Στε­νά, να έ­χει την προ­σο­χή του για πι­θα­νή α­πό­πει­ρα ε­ξό­δου του Τουρ­κι­κού Στό­λου α­πό τα Στε­νά, γε­γο­νός που θα μα­ταί­ω­νε, ά­γνω­στο για πό­σο χρο­νι­κό διά­στη­μα, την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των τε­λευ­ταί­ων υ­πό­δου­λων νη­σιών του Αι­γαί­ου.
Στις 0300 της 8ης Νο­εμβρί­ου ο Στό­λος σε πλήρη τά­ξη έ­πλε­ε α­νοι­κτά της Ε­ρε­σού και γύ­ρω στις 0600, α­φού πε­ριέ­πλευ­σε το νό­τιο ά­κρο της χερ­σο­νή­σου της Α­μα­λής, άρ­χι­σαν να φαί­νο­νται α­μυ­δρά στο φως που ερ­χό­ταν α­πό την Α­να­το­λή τα κτί­ρια της πό­λης. Οι Τούρ­κοι φρου­ροί στο κά­στρο, λί­γο πριν το πρώ­το ε­ζά­νι (πρώ­τη προ­σευ­χή με το πρώ­το φως), ζα­λι­σμέ­νοι α­πό το ρα­μα­ζά­νι, μό­λις α­ντί­κρι­σαν στο βά­θος τις φι­γού­ρες των ελ­λη­νι­κών πλοί­ων ει­δο­ποί­η­σαν τον Ταγ­μα­τάρ­χη Γκα­νί και τον Βαλή Ε­κρέμ και ο μεν πρώ­τος διέ­τα­ξε να αρ­χί­σει η με­τα­φο­ρά των υ­λι­κών και πυ­ρο­μα­χι­κών στο Κλα­πά­δο, ο δε δεύ­τε­ρος κά­λε­σε α­μέ­σως στο σπί­τι του τις Αρχές, τους προ­ξέ­νους των ξέ­νων κρα­τών και τον Ταγ­μα­τάρ­χη Γκα­νί, για να συ­σκε­φθούν. Α­μέ­σως δια­πι­στώ­θη­κε ό­τι σχε­δόν ό­λοι οι ε­πι­κε­φα­λής των τουρ­κι­κών Αρχών και οι πρό­κρι­τοι μου­σουλ­μά­νοι, πλην του στρα­τιω­τι­κού διοι­κη­τή, συμ­φω­νού­σαν για την α­ναί­μα­κτη πα­ρά­δο­ση της πό­λης.
Λί­γο πριν την 0800 πρω­ι­νή ο Στό­λος, ο­ποί­ος εί­χε ε­νω­θεί με τα σκά­φη που με­τέ­φε­ραν το Τάγ­μα Μα­νου­σά­κη, έ­ρι­χνε ά­γκυ­ρα α­νοι­κτά του νότιου λι­μέ­να, ε­νώ το θω­ρη­κτό «Ψα­ρά» στάλ­θη­κε στο βό­ρειο λι­μά­νι, για να ε­πι­τη­ρεί την τουρ­κι­κή συ­νοι­κί­α στην Ε­πά­νω Σκά­λα και τα Α/Τ «Ιέ­ραξ» και «Α­σπί­δα» α­ντί­στοι­χα στο βό­ρειο (Μπα­μπακα­λέ) και νό­τιο (Α­γρι­λιά) ση­μείο του διαύ­λου, για α­σφά­λεια της ε­πι­χεί­ρη­σης, με δε­δο­μέ­νο ό­τι στον κόλ­πο του Α­δρα­μυτ­τί­ου υ­πήρ­χε η τουρ­κι­κή Κ/Φ «Τρα­πε­ζούντα». Οι κά­τοι­κοι της πό­λης, που ή­ταν ή­δη ε­νη­με­ρω­μέ­νοι, ξε­χύ­θη­καν προς την πα­ραλί­α με ζη­τω­κραυ­γές, α­νε­μί­ζο­ντας τις ε­πί χρό­νια κρυμ­μέ­νες στα σε­ντού­κια ελ­λη­νι­κές ση­μαί­ες. Το «Βέ­λος» προ­χώ­ρη­σε και α­γκυ­ρο­βό­λη­σε προ του στο­μί­ου του λι­μέ­να, και ταυ­τό­χρονα πε­ρί την 0800 ώ­ρα κι­νή­θη­κε α­τμά­κα­τος με λευ­κή ση­μαί­α και τον Ανθυ­πο­πλοί­αρ­χο Κα­ρα­μού­ζη, για να με­τα­φέ­ρει τις Αρχές του νη­σιού στο «Α­βέ­ρωφ», κα­τό­πιν πρό­σκλη­σης του Ναυάρ­χου.
Πράγ­μα­τι, με­τά α­πό λί­γο, η α­τμά­κα­τος ε­πέστρε­ψε μα­ζί με τον Μη­τρο­πο­λί­τη Κύ­ριλ­λο, τον Μου­τα­σα­ρί­φη Ε­ράμ και τον Δήμαρ­χο Βα­σι­λεί­ου, ε­νώ οι κά­τοι­κοι με κά­θε πλω­τό μέ­σο κα­τέ­κλυ­σαν το λι­μά­νι, πλέ­οντες προς τον Στό­λο, γε­μά­τοι χα­ρά και εν­θου­σια­σμό α­πό το πρω­τό­γνω­ρο αί­σθη­μα της ε­λευ­θε­ρί­ας, που τό­σα χρό­νια εί­χαν στε­ρη­θεί. Ο Ναύ­αρ­χος α­παί­τη­σε α­πό τον Μου­τα­σα­ρί­φη ά­με­ση πα­ρά­δο­ση της πό­λης, τού­τος ζή­τη­σε προθε­σμί­α 24 ω­ρών για συ­νεν­νο­ή­σεις με τον στρα­τιω­τι­κό διοι­κη­τή και τον Βα­λή. Ο Ναύ­αρ­χος α­πέρ­ρι­ψε το αί­τη­μα, έ­φυ­γε ο Ε­ράμ και γύ­ρι­σε μα­ζί με τον Βα­λή Ε­κρέμ και τους προ­ξέ­νους. Ο Βα­λής ζή­τη­σε να επι­τρα­πεί η με­τα­φο­ρά του Ο­θω­μα­νι­κού Στρα­τού, με αυ­στρο­ουγ­γρι­κό πλοί­ο, α­πέ­να­ντι και να κα­τα­λη­φθεί α­ναί­μα­κτα η πό­λη. Ο Ναύ­αρ­χος αρ­νή­θη­κε και ο Ε­κρέμ ζή­τη­σε προ­θε­σμί­α 4 ω­ρών για απο­μά­κρυν­ση του Οθω­μα­νι­κού Στρα­τού στο ε­σω­τε­ρι­κό της νή­σου και τε­λι­κά, με­τά από τις πα­ρα­κλή­σεις των προ­ξέ­νων και των προ­κρί­των ο Ναύ­αρχος συμ­φώ­νη­σε σε δύ­ο ώ­ρες, ε­νώ ή­δη ο Ταγ­μα­τάρ­χης Γκα­νί άρ­χι­σε να α­πο­χω­ρεί α­πό τη Μυ­τι­λή­νη.
Η α­πο­βί­βα­ση του ναυ­τι­κού α­γή­μα­τος Με­λά (600 άν­δρες) και του Τάγ­μα­τος Μα­νου­σά­κη (1.034 άν­δρες) άρ­χι­σε στις 1130, στην Πε­τρό­σκα­λα (ση­με­ρι­νό τε­λω­νεί­ο) και στην Ε­πά­νω Σκά­λα και ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε λί­γο πριν την 1400 ώ­ρα. Σε τού­το βο­ή­θη­σε η διά­θε­ση φορ­τη­γί­δων α­πό τους Μου­ζά­λα και Με­λαν­δρι­νό. Τμή­μα υ­πό το Με­λά, λί­γο πριν την 1400 ώ­ρα, υ­πό τους ή­χους του ε­θνι­κού εμ­βατη­ρί­ου και τους κα­νο­νιο­βο­λι­σμούς των πλοί­ων, ύ­ψω­σε την ελ­λη­νι­κή ση­μαί­α στο Διοι­κη­τή­ριο, ε­νώ γύ­ρω ο λα­ός της Μυτι­λή­νης ζη­τω­κραύ­γα­ζε. Με­τά α­να­γνώ­σθη­κε και τοι­χο­κολ­λήθη­κε η δια­τα­γή του Ναυάρ­χου για ε­πι­βο­λή του στρα­τιω­τι­κού νό­μου.
Στη συ­νέ­χεια οι τουρ­κι­κές πο­λι­τι­κές αστυ­νο­μι­κές και οι­κο­νο­μι­κές Αρχές, 103 ά­το­μα συ­νο­λι­κά, παρέ­μει­ναν για δέ­κα η­μέ­ρες α­πο­κλει­σμέ­νοι στα σπί­τια τους, με­τά με­τα­φέρ­θη­καν στο Μού­δρο με πλοί­ο και στη συ­νέ­χεια στον Πει­ραιά. Ο Νο­μάρ­χης Α­λή Ε­κρέμ και με­ρι­κοί άλ­λοι πα­ρέ­μει­ναν σε ξε­νο­δο­χεί­α και α­φέ­θηκαν ε­λεύ­θε­ροι στις 19 Δεκεμ­βρί­ου 1912. Οι λοι­ποί με­τα­φέρ­θη­καν στην Ι­θά­κη.
Ο İdris Bostan α­να­φέ­ρει χα­ρακτη­ρι­στι­κά ό­τι ού­τε ο Βα­λής ού­τε ο Μου­τα­σα­ρί­φης ού­τε και ο λα­ός ή­ταν με το μέ­ρος του Στρα­τού. Ο Βα­λής Ε­κρέμ α­ντέ­δρα­σε με νω­θρό­τη­τα, α­ντί­θε­τα ο Γκα­νί κά­λεσε τον μου­σουλ­μα­νι­κό λα­ό να τον α­κο­λου­θή­σει, αλ­λά βρή­κε μι­κρή α­ντα­πό­κρι­ση. Τε­λι­κά α­πο­χώ­ρησε και μα­ζί με τον έ­ναν λό­χο, 20 χω­ρο­φύ­λα­κες και τον Διοι­κητή του λό­χου Hakkı Efendi, στα­μά­τη­σαν για λί­γο στο Τε­κέ μπαί­ρι (ύ­ψω­μα Ου­τζά) και πα­ρα­κο­λού­θη­σαν ό­λη την α­πο­βί­βα­ση του Ελλη­νι­κού Στρα­τού. Συ­νε­χί­ζο­ντας ο Τούρ­κος συγγρα­φέ­ας α­να­φέ­ρει ό­τι με την α­πο­βί­βα­ση του Ελλη­νι­κού Στρα­τού, πρώ­τα κα­τα­λή­φθη­κε το τη­λε­γραφεί­ο και το λι­με­ναρ­χεί­ο, με­τά α­πο­χω­ρώ­ντας ο Τουρ­κι­κός Στρα­τός συ­γκρού­στη­κε με τον Ελλη­νι­κό και οι βο­λές πυ­ρο­βο­λι­κού α­κου­στή­καν στο Α­ϊ­βα­λή και στο Α­δρα­μύτ­τιο. Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι οι βολές ή­ταν α­πό τα πο­λε­μι­κά πλοί­α (χαι­ρε­τι­στή­ριες βο­λές κατά την έ­παρ­ση της ση­μαί­ας), κα­τά την 8η Νο­εμβρί­ου δεν υ­πήρ­ξε ε­πα­φή με­τα­ξύ Ελ­λή­νων και Τούρ­κων στρα­τιω­τών.
Φωτογραφία απο το περιοδικό Στρατιωτική Επιθεώρηση.
Φωτογραφία απο το περιοδικό Στρατιωτική Επιθεώρηση.
Στην πό­λη ο ά­κρα­τος εν­θου­σια­σμός άρ­χι­σε να ο­δη­γεί σε ε­πει­σό­δια βί­ας, λό­γω του κε­νού ε­ξου­σί­ας, πα­ράλ­λη­λα δε ε­πί του θω­ρηκτού «Α­βέ­ρωφ» διε­ξα­γό­ταν «τη­λε­γρα­φι­κή μά­χη» με­τα­ξύ Ναυάρ­χου και Υ­πουργεί­ου. Συ­γκε­κρι­μέ­να, λει­τούρ­γη­σε και πά­λι η προ­σφι­λής μέ­θο­δος της ελ­λη­νι­κής φυ­λής η «πλά­για ο­δός» στο θέ­μα του ο­ρι­σμού πο­λι­τι­κού και στρα­τιω­τι­κού διοι­κη­τή. Το Υ­πουργεί­ο Ναυ­τι­κών ε­πι­θυ­μού­σε να ο­ρι­σθεί από τον Ναύ­αρ­χο ο Υ­πο­πλοί­αρ­χος Με­λάς, ενώ ο Ναύ­αρ­χος α­πά­ντη­σε ό­τι αυ­τό εί­ναι έ­ξω α­πό κά­θε στρα­τιω­τι­κή πρα­κτι­κή και δε­ο­ντο­λο­γί­α, διό­τι ο Ταγ­μα­τάρ­χης Μα­νου­σά­κης ή­ταν α­νώτε­ρος του Με­λά. Το Υ­πουρ­γεί­ο ε­πι­μέ­νο­ντας τη­λε­γρά­φη­σε να α­πο­βι­βα­σθεί για λί­γο κά­ποιος α­ντι­πλοί­αρ­χος και με­τά να α­πο­χω­ρή­σει δί­νο­ντας τη θέ­ση του στον Με­λά, ο δε Μα­νου­σά­κης να προ­χω­ρή­σει στο ε­σω­τερι­κό του νη­σιού. Ο Ναύ­αρχος αρ­νή­θη­κε, α­πο­βί­βα­σε και τους δύ­ο και ο μεν Με­λάς έ­γινε προ­σω­ρι­νός πο­λι­τι­κός και στρα­τιω­τι­κός Διοι­κη­τής και με βο­η­θό τον Κα­ρα­τζά, υ­πάλ­λη­λο του Υ­πουρ­γεί­ου Ε­ξω­τε­ρι­κών, ε­γκα­ταστά­θη­κε στο Διοι­κη­τή­ριο, ο δε Μα­νου­σά­κης με το τάγ­μα του στρα­το­πέ­δευ­σε στα υ­ψώ­μα­τα της Α­γί­ας Κυ­ρια­κής (βό­ρεια της πό­λης) χω­ρίς συ­γκε­κρι­μέ­νες δια­τα­γές και έ­τσι δεν προχώ­ρη­σε στη κα­τα­δί­ω­ξη του υ­πο­χω­ρού­ντος και με χα­μη­λό η­θι­κό Οθω­μα­νι­κού Στρα­τού. Χα­ρα­κτηρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα του κε­νού ε­ξου­σί­ας ή­ταν το πα­ρα­κά­τω πε­ρι­στα­τι­κό που συ­νέ­βη­κε την ε­πό­με­νη νύ­χτα: Γύ­ρω στις 2200, κα­τά τους συ­νε­χι­ζό­με­νους ε­ορ­τα­σμούς, α­κούστηκαν δύ­ο πυ­ρο­βο­λι­σμοί και μια φω­νή φώ­να­ξε «Τούρ­κοι-Τούρ­κοι». Αμέσως ε­πι­κρά­τη­σε πα­νι­κός, τα κα­τα­στή­μα­τα έ­κλει­ναν, το πλή­θος έ­τρε­χε να κρυ­φθεί και οι α­ξιω­μα­τι­κοί που βρίσκονταν στην πό­λη έ­συ­ραν τα ξί­φη και προ­σπα­θού­σαν να συ­γκρα­τή­σουν το πλή­θος. Ει­δο­ποι­ή­θη­κε το εύ­δρο­μο «Ε­σπε­ρί­α» και έ­ρι­ξε τους προ­βο­λείς στα γύ­ρω υ­ψώ­μα­τα και τε­λι­κά τί­πο­τα δεν δια­πι­στώ­θη­κε. Αρ­γό­τε­ρα δια­πι­στώ­θη­κε ό­τι οι πυ­ρο­βο­λι­σμοί εί­χαν ρι­φθεί α­πό με­θυ­σμέ­νους ι­διώ­τες.
Ε­νώ ο­λο­κλη­ρω­νό­ταν η α­πο­βί­βα­ση του Ελλη­νι­κού Στρα­τού, είχε φθά­σει α­νοι­κτά της Μυ­τι­λή­νης η Μοί­ρα Ευδρόμων (ε­πι­τα­χθέ­ντα ε­πι­βα­τι­κά με­γά­λου ό­γκου, πρό­χει­ρα ο­πλι­σθέ­ντα και με α­σύρ­μα­το και ε­παν­δρω­θέ­ντα από το προ­σω­πι­κό της Μοί­ρας Ιο­νί­ου που εί­χε δια­λυ­θεί), α­πο­τε­λού­με­νη α­πό τα «Ε­σπε­ρί­α», «Μα­κε­δο­νί­α» και το Α/Τ «Κε­ραυ­νός», με ε­πι­κε­φα­λής τον Πλοί­αρ­χο Δα­μιανό, ο ο­ποί­ος κα­θυ­στέ­ρη­σε να α­ντα­πο­δώ­σει τον χαι­ρε­τι­σμό του Ναυάρ­χου και ε­πι­τι­μή­θη­κε προς τού­το, κλή­θη­κε να ει­σέλ­θει στο λι­μά­νι ό­πως και έ­γι­νε, περί την 1500 ώ­ρα. Ο πλοί­αρ­χος Δα­μια­νός α­νέ­λα­βε να συ­νε­χί­σει την επι­χεί­ρη­ση σε Λέ­σβο και Χί­ο και ο Στό­λος α­πέ­πλευ­σε στις 2000 ώρα, για πα­ρο­χή συ­νο­δεί­ας σε βουλ­γα­ρι­κή τα­ξιαρ­χί­α που ε­πρό­κει­το να α­πο­βι­βα­σθεί στην Α­λε­ξαν­δρού­πο­λη. Λό­γω ξαφ­νικής αλ­λα­γής του και­ρού, η πλό­α προς βορ­ρά ή­ταν πε­ρι­πε­τειώ­δης, αυ­τά δε που υ­πέ­φε­ραν πε­ρισ­σό­τε­ρο ή­ταν τα τορ­πι­λοβό­λα 12 και 14, τα ο­ποί­α για να προ­στα­τευ­θούν, κα­τέ­φυ­γαν αντί­στοι­χα σε Ά­γιο Γε­ώρ­γιο Πέ­τρας και Πλά­κα Λή­μνου.
Την ε­πό­με­νη η­μέ­ρα (9η Νο­εμβρίου), πα­ρά τις δύ­σκο­λες και­ρι­κές συν­θή­κες, ά­γημα 80 αν­δρών υ­πό τον Αν­θυ­πο­πλοί­αρ­χο Δε­μέ­στι­χα μετέβη με το «Μακε­δο­νί­α» στο Πλω­μά­ρι ό­που οι κά­τοι­κοι εί­χαν ή­δη πά­ρει την κα­τά­στα­ση στα χέ­ρια τους και γιόρ­τα­ζαν την ε­λευ­θε­ρί­α τους. Συ­νε­λή­φθη­σαν οι λί­γοι χω­ρο­φύ­λα­κες, ε­γκα­τα­στά­θη­κε πο­λι­το­φυ­λα­κή και το ά­γη­μα α­πο­χώ­ρη­σε για να λά­βει μέ­ρος στην α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Χί­ου.
Τη νύχτα 10 προς 11 Νο­εμβρί­ου το τορ­πι­λο­βό­λο 14 με κυ­βερ­νή­τη τον Π. Αρ­γυ­ρό­που­λο κι­νή­θη­κε με δι­κή του πρω­το­βου­λί­α προς όρμο Α­ϊ­βα­λή και ε­νήρ­γη­σε κα­τά της Κ/Φ «Τρα­πε­ζού­ντα». Οι Τούρ­κοι, μό­λις α­ντί­κρι­σαν το 14, ε­γκα­τέ­λει­ψαν το πλοί­ο και ά­νοι­ξαν τις βαλ­βί­δες για αυ­το­βύ­θιση και τε­λι­κά, α­φού βλή­θη­κε α­πό το ελ­λη­νι­κό πλοί­ο κα­θώς απο­χω­ρού­σε, α­να­τι­νά­χθη­κε.
Η ε­πι­χεί­ρη­ση αυ­τή, καί­τοι δεν υ­πήρ­χε σαφής δια­τα­γή, α­πο­τε­λεί πα­ρά­δειγ­μα της α­νά­λη­ψης πρω­το­βουλί­ας, που ό­ταν στέ­φε­ται με ε­πι­τυ­χί­α, την ε­πι­κρο­τούν ό­λοι, και σε α­ντί­θε­τη πε­ρί­πτω­ση, ο διοι­κη­τής που εί­χε α­να­λά­βει την πρω­το­βου­λί­α ο­δη­γείται στο στρα­το­δι­κεί­ο.
Διά­στη­μα α­να­μο­νής μέ­χρι την πλή­ρη α­πε­λευ­θέ­ρω­ση
Ό­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε, η ε­πι­μο­νή του Υ­πουρ­γεί­ου να ο­ρί­σει τον Υ­πο­πλοί­αρ­χο Με­λά με­ταβα­τι­κό κυ­βερ­νή­τη και η α­πρα­ξί­α του Τάγ­μα­τος Μα­νου­σά­κη σε θέ­μα­τα α­σφα­λεί­ας και μά­λι­στα σε ι­διάζου­σες συν­θή­κες και με ι­σχύ­ο­ντα τον στρα­τιω­τι­κό νό­μο εί­χε δυ­σμε­νή α­πο­τε­λέ­σμα­τα, λό­γω της α­νε­ξέ­λε­γκτης δρά­σης δια­φό­ρων τμη­μά­των ε­θε­λο­ντών.
Στην «Ι­στο­ρί­α του Ναυ­τι­κού Πο­λέ­μου – 1914», Ε­φημ. Σκρι­πτ, α­να­φέ­ρε­ται χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Με­τά τον εκ Μυτι­λή­νης α­πό­πλουν και της Μοί­ρας των Ευ­δρό­μων, ής προί­στα­το α­ξιω­μα­τι­κός ανώ­τε­ρος πά­ντων των εν τη νή­σω Λέ­σβω α­πο­βι­βα­σθέ­ντων η δη­μιουρ­γη­θεί­σα κα­τάστα­σις πλή­ρους α­πρα­ξί­ας, έ­νε­κα της ελ­λεί­ψε­ως αρ­χη­γού, πα­ρε­τά­θη ε­πί εί­κοσιν ό­λας η­μέ­ρας […]. Εν το­σού­τω την ύ­παι­θρον χώραν, έν­θα ού­τε τα η­μέ­τε­ρα στρα­τεύ­μα­τα ή α­γή­μα­τα κα­το­χής εί­χον προ­ε­λά­σει, ού­τε ο α­πο­συρ­θείς στα βό­ρεια μέ­ρη της νή­σου τουρ­κι­κός στρα­τός έ­δρα, ε­λυ­μαί­νε­το ή­δη η α­ναρ­χί­α. Μι­κρά σώ­μα­τα α­νταρ­τών ο­πλι­σθέ­ντων υ­πό του στρα­τιω­τικού και πο­λι­τι­κού διοι­κη­τού Με­λά πε­ρι­ήρ­χο­ντο τα ου­χί ά­πο­ρα της Λέ­σβου χωρί­α […] δια­σά­λευ­σαν σε τέ­τοιο βαθ­μό την δη­μο­σί­αν τά­ξιν προ­κα­λέ­σα­ντα την δυ­σφο­ρί­αν των κα­τοί­κων […]».
Η δυ­σφο­ρί­α που δη­μιουρ­γή­θη­κε α­πό τα βί­αια και πα­ρά­νο­μα ε­πει­σό­δια κα­τά των μου­σουλ­μά­νων κα­τοίκων της νή­σου έ­φθα­σε μέ­χρι την Α­θή­να και τον Μού­δρο και α­να­γκά­στη­κε ο Κου­ντου­ριώ­της να στεί­λει πρώ­τα τον Πλω­τάρ­χη Ζω­χιόν α­πό το ε­πι­τε­λεί­ο του και την 28η Νο­εμβρί­ου τον κυβερ­νή­τη του «Κα­νά­ρη» και α­νέ­θε­σε στον Ταγ­μα­τάρ­χη Μα­νου­σά­κη τη γε­νι­κή αρ­χη­γί­α του στρα­τεύ­μα­τος κα­το­χής και τον διέ­τα­ξε να α­πο­μα­κρυν­θεί α­πό την πό­λη και να προ­ε­λά­σει στο ε­σω­τε­ρι­κό του νη­σιού. Οι πρά­ξεις βί­ας των δια­φό­ρων τμη­μά­των εί­χαν ως α­πο­τέ­λε­σμα ε­θε­λο­ντές μου­σουλ­μά­νοι να ε­νι­σχύ­σουν τον Τουρ­κι­κό Στρα­τό, καίτοι αρ­χι­κά, ό­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε, αρ­νή­θηκαν να τον α­κο­λου­θή­σουν, ό­ταν ε­γκα­τέ­λει­πε την πό­λη της Μυ­τι­λή­νης.[16] Ο πρό­ξε­νος της Γαλ­λί­ας, Α. Ση­μα­ντή­ρης, στην έκ­θεσή του με η­με­ρο­μη­νί­α 24 Νο­εμβρί­ου 1912, με­τα­ξύ άλ­λων α­να­φέ­ρει: «Στο διά­στη­μα που με­σο­λά­βη­σε α­πό την α­πο­χώ­ρη­ση των τουρ­κι­κών στρα­τευ­μά­των μέ­χρι την α­πο­βί­βα­ση των ελ­λη­νι­κών, το πλή­θος λε­η­λά­τη­σε το Δικα­στι­κό Μέ­γα­ρο και το Λι­με­ναρ­χεί­ο. Ε­πί­σης οι φυ­λα­κι­σμέ­νοι του κοι­νού ποινι­κού δι­καί­ου έ­σπα­σαν τις πόρ­τες των φυ­λα­κών και δρα­πέ­τευ­σαν. Έ­γι­ναν μερι­κές μι­κρο­κλο­πές».[17] O İdris Bostan στη­ρί­ζει τα α­να­φε­ρό­μενα στο βι­βλί­ο του, στον τουρ­κι­κό Τύ­πο της ε­πο­χής σε Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και Σμύρ­νη, ο ο­ποί­ος πε­ριλαμ­βά­νει κυ­ρί­ως μαρ­τυ­ρί­ες ό­χι αυ­το­πτών μαρ­τύ­ρων, κα­θό­σον η τη­λε­γρα­φι­κή ε­πι­κοι­νω­νί­α με α­πέ­να­ντι εί­χε δια­κο­πεί, αλ­λά στα τη­λε­γρα­φή­μα­τα που πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται, κα­τά τα πρώ­τα στά­δια της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης, στα πο­λε­μι­κά η­με­ρο­λό­για και τις α­να­φο­ρές τριών α­ξιω­μα­τι­κών: του Ταγ­μα­τάρ­χη Γκα­νί (Διοι­κητού), του Λο­χα­γού Σι­ντκί (Sıdkı, Διοι­κητή 1ου Λό­χου) και του Λο­χα­γού Χα­κί (Hakkı). Τα κυ­ριό­τε­ρα γε­γο­νό­τα που συ­νέ­βη­σαν α­πό την α­πο­βί­βα­ση του Ελλη­νι­κού Στρα­τού μέ­χρι την πλή­ρη πα­ρά­δο­ση του Ο­θω­μα­νι­κού Στρα­τού (8 Δεκεμ­βρί­ου 1912), που ε­ντάσ­σο­νται στην κατη­γο­ρί­α των βί­αιων ε­πει­σο­δί­ων, κα­τά τον Τούρ­κο συγ­γρα­φέ­α, εί­ναι τα πα­ρα­κά­τω:
  • Η ε­φημε­ρί­δα Σα­μπάχ, στις 21 Νο­εμβρί­ου, α­να­φέ­ρει ό­τι σε μου­σουλ­μα­νι­κό χω­ριό κο­ντά στη Μυ­τι­λή­νη οι κάτοι­κοι αρ­νή­θη­καν να πα­ρα­δώ­σουν τα ό­πλα και σφα­γιά­στη­καν (δεν α­να­φέ­ρε­ται το ό­νο­μα του χω­ριού). Στο ί­διο τεύ­χος α­να­φέ­ρε­ται ό­τι έ­νας ιδιώ­της Atnaş Furtuna (μάλ­λον Α­θα­νάσιος Φουρ­τού­νας ή Φουρ­τού­νης) διέ­θε­σε 3.000 φρά­γκα και η Κοινό­τη­τα Αλ­λη­λο­βο­ή­θειας 2.000 φρά­γκα, για τις α­νά­γκες του Στρα­τού.
  • Πέ­ραν του τα­κτι­κού Ελλη­νι­κού Στρα­τού, δη­μιούρ­γη­σαν ε­πει­σό­δια στο νη­σί και οι ε­θε­λο­ντές. Η ε­φη­με­ρί­δα Tasvir-i Efkar (Πε­ρι­γρα­φή Σκέ­ψε­ων) στις 11 Νο­εμβρί­ου α­να­φέ­ρει ό­τι έ­φθα­σαν στο νησί με το πλοί­ο «Ahayeki» (Α­χα­ϊ­κή) 193 Κρη­τι­κοί, Σα­μιώ­τες και Κα­σιώ­τες, με επι­κε­φα­λής τον Δρά­κο και 5 πα­πά­δες, που εί­χαν λά­βει μέ­ρος στην ε­πα­νά­στα­ση στη Σά­μο και την ε­πι­χείρη­ση στα Γιάν­νε­να. Α­μέ­σως πή­γαν στις φυ­λα­κές και ε­λευ­θέρω­σαν τον Ιε­ρέ­α Ευ­γέ­νιο, ο ο­ποί­ος πα­ρα­δό­θη­κε με­τά α­πό λί­γες η­μέ­ρες εκ νέ­ου στις Αρχές.
  • Ε­πί­σης, σε συ­νερ­γα­σί­α με ντό­πιους, ε­πι­τέ­θη­καν σε τζα­μιά, σπά­ζο­ντας τζά­μια και ε­πι­γρα­φές. Πλην του Για­λί Τζα­μί και του Τσι­ναρ­λί Τζαμί, στα υ­πό­λοι­πα α­πα­γο­ρεύ­τη­κε η προ­σευ­χή και α­να­κοί­νω­σαν ό­τι θα με­τα­τρα­πούν σε εκ­κλη­σί­ες δί­νο­ντας ο­νό­μα­τα Α­γί­ων.
Με το πρό­σχη­μα του ε­λέγ­χου για ο­πλι­σμό, οι πο­λι­το­φύ­λα­κες ει­σέρ­χονταν στα σπί­τια μου­σουλ­μά­νων και α­φαι­ρού­σαν α­ντι­κεί­με­να α­ξί­ας, ό­πως έ­γι­νε στο σπί­τι του Μου­φτή Σα­κίρ. Ε­πι­ση­μαί­νε­ται η προ­σπά­θεια του πρώ­ην Δη­μάρ­χου Κα­βέ­τσου να προ­στα­τέ­ψει τους μου­σουλ­μά­νους και πρό­τει­νε στην οι­κο­γέ­νεια του Ταγ­μα­τάρ­χη Γκα­νί να πά­ει στο σπί­τι του.
  • Το ά­πλω­μα στο έ­δα­φος ο­θω­μα­νι­κών σημαιών α­πό τις γυ­ναί­κες της Λέ­σβου, για να πε­ρά­σει ο Ελλη­νι­κός Στρα­τός, δη­μιούρ­γησε τέ­τοια αι­σθή­μα­τα μί­σους και α­ντεκ­δί­κη­σης, που εκ­φράστη­καν με το ποί­η­μα Vatanım Diyor ki (Η πα­τρί­δα μου λέ­ει) και δη­μο­σιεύ­τη­κε στο πε­ριοδι­κό Büyük Duygu (Με­γά­λο Συ­ναί­σθη­μα), τον Α­πρί­λιο του 1913. Δυ­στυ­χώς, το 1922 έ­πρα­ξαν το ί­διο οι Τούρ­κοι στην Τουρ­κί­α.
  • Ο Λο­χα­γός Χα­κί στην α­να­φο­ρά του με­ταξύ των άλ­λων α­να­φέ­ρει για βιο­πρα­γί­ες στην Α­γιά­σο (κά­η­καν ζω­ντα­νοί μέ­σα στο σπί­τι τους έ­νας πριο­νι­στής με την οι­κο­γέ­νεια του) και ό­τι στο ΒΔ. τμή­μα του νη­σιού, που ή­ταν υπό ο­θω­μα­νι­κό έ­λεγ­χο, ε­φαρ­μό­στη­κε κα­τά­στα­ση έ­κτα­κτης α­νάγκης. Κα­τά την α­νά­κρι­ση ε­νός συλλη­φθέντος Μυ­τι­λη­νιού, βρέ­θη­κε πά­νω του α­να­κοί­νω­ση του Δη­μάρ­χου Πα­να­γιώ­τη Βα­σι­λεί­ου που κα­λού­σε τους Μυ­τι­λη­νιούς να πά­ρουν τα ό­πλα.
  • Στις 27 Νο­εμβρί­ου κα­κο­ποιοί α­πό Πλω­μάρι, Α­γιά­σο και Πο­λυ­χνί­το έ­φθα­σαν το βρά­δυ στη σκά­λα Με­σοτό­που, α­κο­λού­θη­σε συ­μπλο­κή με τμή­μα 200 μου­σουλ­μά­νων στρατιω­τών και α­πό τους αιχ­μα­λώ­τους α­πο­κα­λύ­φθη­κε ε­μπλο­κή του πα­πά και του κοι­νο­τάρ­χη στην πα­ρα­κί­νη­ση των Με­σο­το­πι­τών να πά­ρουν τα ό­πλα.
  • Οι Τούρ­κοι στρα­τιώ­τες κι­νού­με­νοι για Μό­λυ­βο, συ­να­ντού­σαν δο­λο­φο­νη­μέ­νους μου­σουλ­μά­νους, ό­πως έ­γι­νε και με τον πα­τέ­ρα του ι­μά­μη του Γυα­λί Τζα­μί Χα­φίζ Νι­για­ζί Ε­φέ­ντι, τον ο­ποί­ον έ­θα­ψαν γρή­γο­ρα, πα­ρα­κά­τω δε συ­νά­ντη­σαν βα­ριά τραυ­μα­τι­σμέ­νη τη γυ­ναί­κα του, την ο­ποί­α α­νέ­βα­σαν στο ά­λο­γο και την με­τέ­φε­ραν στο Μό­λυ­βο. Ε­σκεμ­μέ­να ο Λο­χα­γός δεν α­να­φέ­ρει ό­τι στην πε­ριο­χή διε­ξά­γο­νταν πο­λε­μι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις και δυ­να­τόν α­πό βομ­βαρ­δι­σμούς α­πό πλοί­α ή πυ­ρο­βο­λι­κό να δη­μιουρ­γή­θη­καν οι πα­ρα­πά­νω α­πώ­λειες.
  • Ε­πί­σης α­να­φέ­ρε­ται ό­τι καταστρά­φηκαν ο­λο­σχε­ρώς τα μου­σουλ­μα­νι­κά χω­ριά Φί­λια, Δά­φια, Α­ρί­σβη, Σκα­λο­χώ­ρι και με­ρι­κώς τα χω­ριά Μπαλ­τζί­κι, Κώ­μη, Σί­γρι και Πα­ρά­κοι­λα.
  • Ο Λο­χα­γός α­να­φέ­ρει α­να­λυ­τι­κά τις παρα­κά­τω α­πώ­λειες του μου­σουλ­μα­νι­κού πλη­θυ­σμού: Α­πό του εθε­λο­ντές Κρη­τι­κούς πα­πά­δες σκο­τώ­θη­κε ο φη­μι­σμέ­νος Χασάν Μπέ­η α­πό την Κώ­μη, στην Ε­ρεσ­σό 27, Σκα­λο­χώ­ρι 15, Φί­λια 9, Κλα­πά­δος 15, Υ­ψη­λο­μέ­τω­πο 4, Pilye 13, Με­σό­τοπος 12, Ά­γρα 5 και Καλ­λο­νή 4. Ε­πί­σης, κλά­πη­καν 3.486 χρυ­σές λί­ρες α­πό πλού­σιους μου­σουλ­μά­νους.
  • Πλέ­ον των ε­θε­λο­ντών που έ­φθα­σαν στο νη­σί α­πό την η­πει­ρω­τι­κή Ελ­λά­δα και τους ντό­πιους ε­θε­λο­ντές, στα γε­γο­νό­τα κα­τά των μου­σουλ­μά­νων, σύμ­φω­να πά­ντα με τον Τούρ­κο συγ­γρα­φέ­α İdris Bostan, έ­λα­βαν μέ­ρος και Έλ­ληνες α­πό τη Μι­κρά Α­σί­α. Συ­γκε­κρι­μέ­να δύ­ο α­πό τη Πέρ­γα­μο, δύ­ο α­πό το Α­ϊ­βα­λή, έ­νας α­πό το Μο­σχο­νή­σι, έ­νας α­πό τη Με­νε­μέ­νη και έ­νας α­πό το Δικε­λί, συ­νο­λι­κά ε­πτά ά­το­μα. Με ε­πι­κε­φα­λής το γιο του μά­γει­ρα Μι­χά­λη, Νι­κό­λα Πε­τρέ­λη, που ή­ταν δά­σκα­λος στη Λέ­σβο, ορ­γά­νω­σαν συμ­μο­ρί­α. Με­τά τα γε­γο­νό­τα, α­πό μαρ­τυ­ρί­ες μου­σουλ­μά­νων της Λέ­σβου που εί­χαν πε­ρά­σει α­πέ­να­ντι, κα­τα­δικά­στη­καν στο στρα­το­δι­κεί­ο που έ­γι­νε στη Σμύρ­νη. Σύμ­φω­να με τα πρα­κτι­κά του στρα­το­δι­κεί­ου της 13ης Φεβρουα­ρί­ου 1913, οι κα­τη­γο­ρούμε­νοι α­πο­δέ­χθη­καν ό­τι μετέβηκαν στη Μυτι­λή­νη αλ­λά αρ­νή­θη­καν ό­τι συ­νερ­γά­στη­καν με τον Ελ­λη­νι­κό Στρα­τό. Τε­λι­κά α­παγ­χο­νί­στη­καν με φιρ­μά­νια του Σουλ­τά­νου Μεχ­μέτ Ρε­σάτ (Mehmet Reşad) οι πα­ρα­κά­τω:
  • Ο Νι­κό­λας Πε­τρέ­λης, για ε­πί­θε­ση κα­τά της οι­κο­γέ­νειας του χαλ­βα­τζή Αχ­μέτ, στις 19 Μαρτί­ου 1913.
  • Ο Πα­ντε­λής Κα­σά­πογλου, για με­τά­βα­ση στη Μυ­τι­λή­νη και συμ­με­το­χή στη συμ­μορί­α του Πα­πά, στις 22 Μαρτί­ου 1913.
  • Ο γιος του κα­πε­τά­νιου Κων­στα­ντή, Μι­χά­λης, για συμ­με­το­χή σε έ­νο­πλη συμ­μορί­α, στις 5 Α­πρι­λί­ου 1913.
Εί­ναι δύ­σκο­λο να ε­πα­λη­θευ­θούν τα γρα­φό­με­να α­πό τον Τούρ­κο ι­στο­ρι­κό, για­τί τα πρα­κτι­κά των δι­κών και οι ε­φη­με­ρί­δες που α­να­φέρει σε Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και Σμύρ­νη, εί­ναι σε ο­θω­μα­νι­κή (α­ρα­βι­κή) γρα­φή. Δεν α­πο­κλεί­ε­ται ό­μως εθε­λο­ντές, ό­πως θα δού­με πα­ρα­κά­τω, να ήλ­θαν και α­πό τη Μι­κρά Α­σί­α, α­φε­νός για­τί ή­ταν έ­να κρά­τος με συ­νε­χή ε­πι­κοι­νω­νί­α και α­φε­τέ­ρου υ­πήρ­χαν και οι­κο­γε­νεια­κοί δε­σμοί με­τα­ξύ των Ελ­λή­νων που κα­τοι­κού­σαν στα νη­σιά και τα πα­ρά­λια της Μι­κράς Α­σί­ας.
Ει­δι­κά για το θέ­μα της συμ­με­το­χής Κρη­τών ε­θε­λο­ντών σε πρά­ξεις βί­ας ο Ιω­άν­νης Κα­ρα­γιάν­νης στο βι­βλί­ο του με τί­τλο Το Φως των Παίδων που εκ­δό­θη­κε πι­θα­νόν το 1912 ή 1913 α­να­φέ­ρει: «Στις 30 Νο­εμ­βρί­ου ξε­κί­νη­σε α­πό Πει­ραιά, με το α­τμό­πλοιο «Έλ­δα» της ε­ται­ρεί­ας Α­χα­ϊ­κή σώ­μα 200 Κρη­τών ε­θε­λο­ντών προ­κει­μέ­νου να ε­νι­σχύ­σει την προ­σπά­θεια α­πε­λευ­θέ­ρω­σης της Χί­ου. Στο πλοί­ο υ­πήρ­χαν ε­φό­δια και υ­λι­κά του Στρα­τού για Μυ­τι­λή­νη και πε­ρί τη δύ­ση του η­λί­ου της 1ης Δε­κεμ­βρίου φθά­σα­με πρώ­τα στο λι­μά­νι της Μυ­τι­λή­νης. Οι κά­τοι­κοι μας υ­πο­δέ­χθη­καν θερ­μά και οι λεμ­βού­χοι μας με­τέ­φε­ραν στη πα­ρα­λί­α χω­ρίς χρή­μα­τα. Στα κα­φενεί­α α­κού­σα­με τις ι­στο­ρί­ες της α­πε­λευ­θέ­ρω­σης και για τη φυ­λά­κι­ση του Κρητι­κού Ιε­ρέ­α Ευ­γέ­νιου Πα­πα­να­κά­κη. Ο Ιε­ρέ­ας λει­τουρ­γού­σε σε χω­ριό της Σμύρ­νης και στις 12 Νο­εμ­βρί­ου πέ­ρα­σε ως ε­θε­λο­ντής στη Μυ­τι­λή­νη α­νέ­λα­βε ο­πλι­σμό και πή­γε στα χω­ριά της Γέ­ρας για α­φο­πλι­σμό και σύλ­λη­ψη ε­πι­κίν­δυ­νων μου­σουλ­μά­νων. Ε­πι­στέ­φο­ντας στη Μυ­τι­λή­νη, δύ­ο μου­σουλ­μά­νοι προ­σπά­θη­σαν να δραπε­τεύ­σουν, ο Ευ­γέ­νιος τους πυ­ρο­βό­λη­σε, και ο Διοι­κη­τής Με­λάς διέ­τα­ξε τη φυ­λά­κι­σή του. Οι αρ­χη­γοί των Κρη­τών πή­γαν στον Με­λά για να ζη­τή­σουν την α­ποφυ­λά­κι­ση του Ευ­γέ­νιου, αλ­λά εν τω με­τα­ξύ τα «παι­διά» πή­γαν στη φυ­λα­κή και ε­λευ­θέ­ρω­σαν τον Ευ­γέ­νιο και τους άλ­λους Μυ­τι­λη­νιούς φυ­λα­κι­σμέ­νους. Τον Ευ­γέ­νιο τον με­τέ­φε­ραν στο πλοί­ο, με­τά ό­μως α­πό α­παί­τη­ση του α­ξιω­μα­τι­κού Χρυ­σά­φη, ο­δη­γή­θη­κε ξα­νά στη φυ­λα­κή και το πλοί­ο α­να­χώ­ρη­σε για Χί­ο στις 2 Δεκεμ­βρί­ου». Το ε­πει­σό­διο τού­το ε­πα­λη­θεύ­ει τα α­να­φερ­θέ­ντα πα­ρα­πά­νω, ό­τι η α­που­σί­α στι­βα­ρής διοί­κη­σης και η μη ε­μπλο­κή ε­νός ο­λό­κλη­ρου τάγ­μα­τος στην τή­ρη­ση της τά­ξης, α­φού δεν κα­τα­δί­ω­ξε τον ε­χθρό, εί­ναι η κύ­ρια αι­τί­α των ε­πει­σοδί­ων βί­ας.
Ό­πως ο πρώ­ην Δή­μαρ­χος Κα­βέ­τσος προ­σπά­θη­σε να προ­στα­τέψει τους μου­σουλ­μά­νους κα­τοί­κους του νη­σιού, και άλ­λοι έπρα­ξαν το ί­διο. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι ό­τι, σε ε­λαιο­τρι­βεί­ο της Καλ­λο­νής, αγ­γλικής ι­διο­κτη­σί­ας, συ­γκε­ντρώ­θη­καν 300 πε­ρί­που μου­σουλ­μά­νοι και ζή­τη­σαν βο­ή­θεια α­πό τον Διευ­θυ­ντή, Μο­σγιό Πάπ (Mösyö Pap). Πράγ­μα­τι αυ­τός α­ντα­πο­κρί­θη­κε. Ό­ταν ό­μως οι κατα­φεύ­γο­ντες έ­φθα­σαν στους 700, ζή­τη­σε οι­κονο­μι­κή βο­ή­θεια α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Έ­ναν χρό­νο με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση, κα­τό­πιν ε­νερ­γειών της Βρε­τα­νι­κής Πρε­σβεί­ας στάλ­θη­καν α­πό το Υ­πουρ­γεί­ο Ε­σω­τε­ρι­κών στον Διευ­θυ­ντή του ε­λαιο­τρι­βεί­ου 200 αγ­γλι­κές λί­ρες, για κά­λυ­ψη των ε­ξό­δων.
Αν και οι κά­τοι­κοι της Λέ­σβου υ­πέ­φε­ραν τα μύ­ρια ό­σα κα­τά τη διάρ­κεια της μα­κρό­χρο­νης σκλα­βιάς, μην ξε­χνά­με ό­τι με­τά την κα­τά­λη­ψη, το 1462, έ­μει­ναν πε­ρί τις 40 χιλ. κά­τοι­κοι στο νη­σί, ο πο­λι­τι­σμός και η ψυχο­σύν­θε­ση των ο­ποί­ων δεν δι­καιο­λο­γού­σε τις βιαιό­τη­τες κα­τά α­μά­χων, αλ­λά ο μι­μη­τι­σμός και η παρα­κί­νη­ση α­πό ε­γκλη­μα­τι­κά στοι­χεί­α, που θέ­λουν πά­ντα να πα­ρέ­χουν κά­λυμ­μα στις πα­ρα­νο­μί­ες τους, εκ­με­ταλ­λευό­με­να τη ψυ­χο­λο­γί­α του πλή­θους και το βα­σι­κότε­ρο την α­που­σί­α στι­βα­ρής ε­ξου­σί­ας, μετέ­τρε­ψαν, σε με­ρι­κές πε­ρι­πτώ­σεις, τον ενθου­σια­σμό σε βί­αιες πρά­ξεις.
Τε­λι­κή μά­χη στο Κλά­πα­δο
Κατά την κίνη­ση των τουρ­κι­κών δυ­νά­με­ων προς την τε­λι­κή α­μυ­ντι­κή το­πο­θε­σί­α, πα­ρα­τη­ρή­θη­κε μα­ζι­κή λι­πο­τα­ξί­α των χρι­στια­νών στρα­τιω­τών, με α­πο­τέ­λε­σμα να μειω­θεί η δύ­ναμή του. Οι ε­γκα­τα­λεί­πο­ντες τον Τουρ­κι­κό Στρα­τό ε­ντάσ­σο­νταν κυ­ρί­ως στις τά­ξεις των ε­θε­λο­ντών, που υ­πο­βο­η­θού­σαν τις ελ­λη­νι­κές δυ­νά­μεις, αλ­λά ε­νε­πλά­κησαν και σε ε­πει­σό­δια βί­ας.
Κα­τά τον Λο­χα­γό Χα­κί, η τε­λι­κή δύ­να­μη που πα­ρα­τά­χθη­κε στην το­πο­θε­σί­α Κλα­πά­δου ή­ταν 1.314 άν­δρες (650 του τα­κτι­κού στρα­τού, 514 των λό­χων ε­φέ­δρων Μυ­τι­λή­νης, Μο­λύ­βου, Παρα­κοί­λων και Σι­γρί­ου, και 150 του τάγ­μα­τος χω­ρο­φυ­λακής). Ή­ταν ε­ξο­πλι­σμέ­νοι με 800 τυ­φέ­κια Μά­ου­ζερ και τα υ­πό­λοι­πα ή­ταν τα πα­λαιά Μάρ­τιν· δεν διέ­θε­ταν πυ­ρο­βο­λι­κό. Η α­να­φερ­θείσα πα­ρα­πά­νω δύ­να­μη των 2.250 αν­δρών ή­ταν δια­θέ­σι­μη λί­γο πριν την 8η Νο­εμβρί­ου, προ­τού αρ­χί­σουν οι λι­πο­τα­ξί­ες των μη μου­σουλ­μά­νων αλ­λά και μου­σουλ­μά­νων, κυ­ρί­ως ε­φέ­δρων.
Ο Ταγ­μα­τάρ­χης Γκα­νί στην ευ­ρύ­τε­ρη α­μυ­ντι­κή το­πο­θε­σί­α Πα­ρά­κοι­λα-Υψ. Κλα­πά­δου-Λε­πέ­τυ­μνος, διέτα­ξε τις δυ­νά­μεις του ό­πως πα­ρα­κά­τω:
  • Tον 5ο και 6ο Λό­χο και τον Λό­χο Σι­γρί­ου, στην 1η α­μυ­ντι­κή πε­ριο­χή ε­κα­τέ­ρω­θεν του δρό­μου Φί­λια-Σίγρι μέ­χρι το πο­λε­μι­κό στρα­τη­γεί­ο· Διοικητής ο Λο­χα­γός Χα­κί
  • Τον 7ο Λό­χο μα­ζί με τον Λό­χο Μυ­τι­λή­νης και τμή­μα χω­ρο­φυ­λα­κής στη 2η α­μυ­ντι­κή πε­ριο­χή, ε­πί του δρό­μου Καλ­λο­νή-Μό­λυβος· Διοικητής ο Λο­χα­γός Σει­φε­ντίν (Seyfeddin)
  • Πά­νω στον δρό­μο Στύψη-Πέ­τρα, 3η α­μυ­ντι­κή πε­ριο­χή, τον Λό­χο Πα­ρα­κοί­λων και τμή­μα χω­ρο­φυ­λα­κής· Διοικητής ο Υ­πο­λο­χαγός Μπα­χρί( Bahri).
Ε­γκα­τέ­στη­σε προ­φυ­λα­κές μά­χης στα υ­ψώ­μα­τα α­λυ­κών Καλ­λο­νής και Στύ­ψης, δυ­νά­με­ως δι­μοι­ρί­ας σε κά­θε θέση. Ε­πί­σης, α­νά 60 άν­δρες πά­νω στον δρό­μο Α­γί­α Πα­ρα­σκεύ­η-Κώ­μη με τον Λο­χα­γό Σι­ντκί και στον δρό­μο Μέ­σα-Λ. Μύ­λοι, με τον Υπο­λο­χα­γό Χα­τζί Τζε­μίλ, για κα­θυ­στέ­ρηση της ελ­λη­νι­κής προ­έ­λα­σης (Γε­νι­κές Προ­φυ­λα­κές). Πέ­ρα α­πό τα ε­πι­χει­ρη­σια­κά προ­βλή­μα­τα, το κυ­ριό­τε­ρο πρό­βλη­μα για τον Ταγ­μα­τάρ­χη Γκα­νί ή­ταν το χα­μη­λό η­θι­κό των στρα­τιω­τών του και η διά­σπα­ση του σώ­μα­τος των α­ξιω­μα­τι­κών σε δύ­ο ο­μά­δες, η πρώ­τη με ε­πι­κε­φα­λής τον Διοι­κη­τή που ή­θε­λε να πο­λε­μή­σει και η δεύ­τε­ρη με ε­πι­κε­φα­λής τον Λο­χα­γό Μπαχρί που ή­θε­λε να πα­ρα­δο­θεί, λό­γω έλ­λει­ψης μέ­σων και ε­φο­δί­ων. Ο Λο­χα­γός Χα­κί στην α­να­φο­ρά του α­να­φέ­ρει ό­λους τους α­ξιω­μα­τι­κούς και υ­παλ­λή­λους, που ή­θε­λαν να πα­ρα­δο­θούν.
Ο Ναύ­αρ­χος Κου­ντου­ριώ­της, α­να­χω­ρώ­ντας α­πό τη Μυ­τι­λή­νη, ζή­τη­σε την τα­χεί­α α­πο­στο­λή ε­νι­σχύ­σε­ων για εκ­κα­θά­ρι­ση της νή­σου. Πράγ­μα­τι, α­πό 28 Νο­εμβρί­ου μέ­χρι 1 Δεκεμ­βρί­ου έ­φθα­σαν στη Λέ­σβο, το 2ο Τάγ­μα του 19ου Συ­ντάγ­μα­τος της VII Με­ραρ­χί­ας (21 αξιω­μα­τι­κοί και 1.038 ο­πλί­τες), έ­να τμή­μα Πε­ζο­ναυ­τών (94 άν­δρες), έ­νας λό­χος (210 άν­δρες) α­πό ε­θε­λο­ντές Λέ­σβιους, έ­να λό­χος (165 άν­δρες) α­πό έ­μπε­δο (7ο Σύ­νταγ­μα Πε­ζι­κού) και μια ο­ρει­βα­τι­κή πυ­ρο­βο­λαρ­χί­α (6 πυρ-Κρούπ). Νέ­ος Διοι­κη­τής ο­ρί­σθη­κε ο Α­ντι­συ­νταγ­μα­τάρ­χης Συρ­μα­κέ­ζης Απολ­λό­δω­ρος και μα­ζί του ήλ­θε και ο ε­πι­τε­λής Λο­χα­γός Βερνάρ­δος. Συ­νο­λι­κά οι ελ­λη­νι­κές δυ­νά­μεις α­νέρ­χο­νταν σε 3.175 άν­δρες, α­πό τους ο­ποί­ους 300 πε­ζο­ναύ­τες ε­κτε­λού­σαν α­στυ­νομι­κά κα­θή­κο­ντα. Τα α­να­φε­ρό­με­να στο βι­βλί­ο του İdris Bostan, που ε­λή­φθη­σαν α­πό την α­να­φο­ρά του Λο­χα­γού Χακί για ελ­λη­νι­κή δύ­να­μη 4.000 αν­δρών και 5.000 εθε­λο­ντών Μυ­τι­λη­νιών, συ­νο­λι­κά 9.000 ανδρών, κρί­νο­νται υ­περ­βο­λι­κά, στην προ­σπά­θεια του Λο­χα­γού να δι­καιολο­γή­σει την ήτ­τα.
Ο Διοι­κη­τής έ­φθα­σε το βρά­δυ της 28ης Νο­εμβρί­ου, και το τάγ­μα το με­ση­μέ­ρι της 1ης Δεκεμ­βρί­ου. Ο Συρμα­κέ­ζης, α­φού ε­πι­θε­ώ­ρη­σε τα τμή­μα­τα στη Μυ­τι­λή­νη, έ­δω­σε δια­τα­γή για κί­νη­ση στις 30 Νο­εμβρί­ου για Λ. Μύ­λους-Θερ­μή. Στις 2 Δεκεμ­βρί­ου εκ­δό­θη­κε η πρώ­τη δια­τα­γή ε­πι­χει­ρή­σε­ων για προ­έ­λα­ση σε δύ­ο κα­τευ­θύν­σεις:
  • Στην α­ρι­στε­ρή, ό­που και η κύρια προ­σπά­θεια, με το Τάγ­μα Εμπέ­δων-Λό­χος Λέ­σβιων-Λό­χος Ε­μπέ­δου 7ου Συ­ντάγ­μα­τος και Πυ­ρο­βο­λαρ­χί­α Κρούπ, με Διοι­κη­τή τον Ταγ­μα­τάρ­χη Μα­νου­σά­κη
  • Στη δε­ξιά, με το 2ο τάγ­μα του 19ου Συ­ντάγ­μα­τος-Ναυ­τι­κό ά­γη­μα υ­πό τον Με­λά και δύ­ο πυ­ρο­βό­λα ναυ­τι­κού, με Διοι­κη­τή τον Ταγ­μα­τάρ­χη Παυλό­που­λο
  • Κά­λυ­ψη του δε­ξιού πλευ­ρού, με τμή­μα προ­σκό­πων υ­πό τον Αν­θυ­πολο­χαγό Χρυ­σά­φη, ε­πί του δρό­μου Πη­γή-Νά­πη. Στις 2 Δεκεμ­βρί­ου έ­φθα­σε στον Μό­λυ­βο το πλοί­ο Αρ­κα­δί­α και βομ­βάρ­δι­σε το λι­μά­νι.
Η προ­έ­λα­ση ξεκί­νη­σε το πρω­ί της 3ης Δεκεμ­βρί­ου και με­τά α­πό λί­γο τα προ­ε­λαύ­νο­ντα τμή­μα­τα συ­νά­ντη­σαν τα προ­κα­λυ­πτι­κά ε­χθρι­κά τμή­μα­τα, έ­γι­νε α­γώ­νας μιας ώ­ρας πε­ρί­που, α­πω­θή­θη­καν, και το βρά­δυ έ­φθασαν η μεν α­ρι­στε­ρή φά­λαγ­γα στο Κρυο­νέ­ρι και η δε δε­ξιά 3 χλμ. ΝΔ. της Αγί­ας Πα­ρα­σκευ­ής.
Εν τω με­τα­ξύ ε­πι­τρο­πή, α­πο­τε­λού­με­νη α­πό τον Αρχι­μαν­δρίτη Κυ­πρια­νό, τον πρώ­ην Δή­μαρ­χο Μυ­τι­λή­νης Κ. Κα­βέ­τσο, το Μου­φτή Μυ­τι­λή­νης και τους Τούρ­κους Ρι­φάτ Μπέ­η και Σεμ­σε­ντίν Μπέ­η, έ­φθα­σε στις 3 Δεκεμ­βρί­ου στην Καλ­λο­νή για να πεί­σει τον Τούρ­κο διοικη­τή να πα­ρα­δο­θεί και να α­πο­φευ­χθεί η αι­μα­το­χυ­σί­α. Αυ­τός ό­μως αρ­νή­θη­κε.
Στην α­ντί­πα­λη πλευ­ρά, ο Λο­χα­γός Σι­ντκί, πέ­ρα α­πό την α­πο­στο­λή του για κα­θυ­στέ­ρη­ση της ελ­λη­νι­κής προ­έ­λα­σης, πή­γαι­νε κά­θε βράδυ, α­πό 1 μέ­χρι 5 Δεκεμ­βρί­ου, στη Σκά­λα Σκαμνιάς, για να υ­πο­δε­χθεί μια πυ­ρο­βο­λαρ­χί­α (6 πυ­ρο­βό­λα), που θα ερ­χό­ταν α­πό το Μπε­χράμ, αλ­λά που δεν έ­φθα­σε πό­τε, ση­μά­δι της γε­νι­κής α­πο­διορ­γά­νω­σης της οθω­μα­νι­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας. Συνα­ντή­θη­κε με τη δε­ξιά φά­λαγ­γα το πρω­ί της 4ης Δεκεμβρί­ου στο Κα­βα­κλή, α­ντάλ­λα­ξε πυ­ρο­βο­λι­σμούς, αλ­λά φθά­νο­ντας στις Φι­ρά­νες, εί­χαν λιπο­τα­κτή­σει 15 στρα­τιώ­τες.
Οι φά­λαγ­γες προ­ε­λά­σε­ως συ­νέ­χι­σαν την α­πώ­θη­ση των ε­χθρικών προ­φυ­λα­κών και το βρά­δυ της 4ης Δεκεμ­βρί­ου κα­τέ­λη­ξαν η α­ρι­στε­ρή ΒΑ. του χω­ριού Δά­φια και η δε­ξιά στο Πα­λαιό­κα­στρο. Η α­ρι­στε­ρή φά­λαγ­γα ζή­τη­σε και πή­ρε ε­φό­δια α­πό τη Μο­νή Λει­μώ­νος, ό­πως α­να­φέ­ρε­ται στα πρα­κτι­κά της. Το βρά­δυ ο Συρ­μα­κέ­ζης ε­ξέδω­σε δια­τα­γή για συ­νέ­χι­ση της προ­έ­λα­σης για μεν την α­ρι­στε­ρή φά­λαγ­γα α­πό το πρω­ί της επομένης (5 Δεκεμ­βρί­ου) για δε τη δε­ξιά α­πό το πρω­ί της με­θεπομένης (6 Δεκεμ­βρί­ου), αυ­τός δε α­πο­φά­σι­σε να κι­νη­θεί με τη δε­ξιά φά­λαγγα.
Πράγ­μα­τι, στις 5 Δεκεμ­βρί­ου, η α­ρι­στε­ρή φά­λαγ­γα κι­νού­με­νη προ­σέ­κρου­σε στις δυ­νά­μεις του ε­χθρού και μέ­χρι το βράδυ έ­φθα­σε μέ­χρι τη Μο­νή Λει­μώ­νος ό­που και δια­νυ­κτέ­ρευ­σε. Α­πό τα πρα­κτι­κά της Μο­νής Λει­μώ­νος φαί­νε­ται ό­τι οι τουρ­κι­κές δυ­νά­μεις α­πό τα ε­λέγ­χο­ντα τον δρό­μο Δά­φια-Φί­λια υ­ψώ­μα­τα πρό­βα­λαν σφο­δρή α­ντί­στα­ση, οι δε σφαί­ρες τους έ­φθα­ναν μέ­χρι το Μο­να­στή­ρι, α­πό μί­α δε φο­νεύ­θη­κε ο μο­να­χός Νε­ό­φυτος α­πό τα Πα­ρά­κοι­λα.
Ο Διοι­κη­τής Συρ­μα­κέ­ζης, κι­νού­με­νος προς τη δε­ξιά φά­λαγ­γα, το α­πό­γευ­μα της 5ης Δεκεμ­βρί­ου, συ­νά­ντη­σε Τούρ­κο α­ξιω­μα­τι­κό που έ­φε­ρε ε­πι­στο­λή δια­μαρ­τυ­ρί­ας του Γκα­νί, για τις διώ­ξεις των μου­σουλ­μά­νων.
Τη νύ­κτα 5/6 Δεκεμ­βρί­ου στή­θη­κε η πυ­ρο­βολαρ­χί­α Κρούπ στην κο­ρυ­φή Κα­λα­θάς του Υψώ­μα­τος Παρ­θέ­νης και σε συ­νερ­γα­σί­α με τα πο­λυ­βό­λα α­πό τον λό­φο Τυ­ρα­νί­δι κα­τά­φε­ραν ι­σχυ­ρά πλήγ­μα­τα κα­τά του ε­χθρού ό­λη την 6η Δεκεμ­βρί­ου, α­πό το πρω­ί μέ­χρι το βρά­δυ. Α­πό α­δέ­σπο­τη τουρ­κι­κή σφαί­ρα σκο­τώ­θη­κε το ά­λο­γο του Σου­η­δού ια­τρού του Ε­ρυ­θρού Σταυ­ρού.
Φωτογραφία απο το περιοδικό Στρατιωτική Επιθεώρηση.
Φωτογραφία απο το περιοδικό Στρατιωτική Επιθεώρηση.
Ο Λο­χα­γός Χα­κί α­να­φέ­ρει ό­τι στις 0300 της 6ης Δεκεμ­βρί­ου ε­πι­χεί­ρη­σε με νυ­κτερι­νή ε­πί­θε­ση ο Ελλη­νι­κός Στρα­τός να προ­χω­ρή­σει στην κα­τεύ­θυν­ση Φί­λια-Σκα­λοχώ­ρι, αλ­λά συ­νά­ντη­σε σθε­να­ρή α­ντί­στα­ση α­πό τους Τούρ­κους της 1ης α­μυ­ντικής πε­ριο­χής. Εν τω με­τα­ξύ, η δε­ξιά φά­λαγ­γα έ­φθα­σε στη πε­ριο­χή Πε­τσο­φά, έ­τα­ξε τα δύ­ο ναυ­τι­κά πυ­ροβό­λα και άρ­χι­σε να βάλ­λει κα­τά των α­μυ­ντι­κών θέ­σε­ων του ε­χθρού. Πα­ράλ­λη­λα, έ­φθα­σε στον όρ­μο Πέ­τρας η Μοί­ρα ευδρό­μων για να υ­πο­στη­ρί­ξει με ναυ­τι­κό πυ­ρο­βο­λι­κό την προ­χώ­ρη­ση των ελ­λη­νικών δυ­νά­με­ων. Το βρά­δυ της 6ης Δεκεμ­βρί­ου η α­ρι­στε­ρή φά­λαγ­γα εί­χε κα­τα­λά­βει το Σκο­τει­νοβού­νι και η δε­ξιά εί­χε φθά­σει στις πα­ρυ­φές του χω­ριού Κλα­πά­δος.
Στην α­ντί­πα­λη πλευ­ρά η κα­τά­στα­ση ή­ταν τρα­γι­κή. Κα­τά τον Λο­χαγό Σι­ντκί, το βρά­δυ 6 προς 7 Δεκεμ­βρί­ου, παρα­τη­ρή­θη­καν μα­ζι­κές λι­πο­τα­ξί­ες κυ­ρί­ως ε­φέ­δρων μου­σουλ­μά­νων α­πό Κλα­πάδο προς Σκου­τά­ρο. Ο Γκα­νί με­τέ­βη προ­σω­πικά στη δεύ­τε­ρη α­μυ­ντι­κή πε­ριο­χή ό­που υ­πήρ­χε α­πό με­ρι­κούς άρ­νη­ση συμ­με­τοχής στη μά­χη.
Με την έ­ναρ­ξη των ε­πι­χει­ρή­σε­ων, στις 0800 της 7ης Δεκεμ­βρί­ου, οι Τούρ­κοι ζή­τη­σαν συ­νά­ντη­ση διοι­κη­τών, η ο­ποί­α έ­γι­νε στις 1100, χω­ρίς ό­μως α­πο­τέ­λε­σμα. Μάλ­λον η τουρ­κι­κή πλευ­ρά ήθε­λε να κερ­δί­σει χρό­νο για α­να­σύ­ντα­ξη των δυ­νά­μεών της, με­τά τις νυ­κτε­ρι­νές μα­ζι­κές λι­πο­τα­ξί­ες. Στις 1400 άρ­χι­σαν εκ νέ­ου οι ε­πι­χει­ρή­σεις και ο Γκα­νί στην α­να­φο­ρά του α­να­φέ­ρει: «Στη δε­ξιά πλευ­ρά, ό­που η ά­μυ­να ή­ταν πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κή, α­πό τα πυ­ρά των μυ­δρα­λιο­βό­λων το τμή­μα του υ­πο­λο­χα­γού Χα­τζί Τζε­μίλ, λό­γω λι­πο­τα­ξί­ας των ντό­πιων (εν­νο­εί τους ντό­πιους μου­σουλ­μά­νους) άρ­χι­σε να δια­λύ­ε­ται, στη δε α­ρι­στε­ρή πλευ­ρά διαδό­σεις ό­τι κα­τα­λή­φθη­κε το στρα­τη­γεί­ο, συ­νε­λή­φθη­κε ο διοι­κη­τής κ,λπ. έ­σπειραν τον πα­νι­κό και α­να­γκά­στη­κα να λά­βω την α­πό­φα­ση για πα­ρά­δο­ση».
Πράγ­μα­τι, στάλ­θη­κε το βρά­δυ στις 2200 ο ί­διος ο Τούρ­κος α­ξιω­μα­τι­κός στις ελ­λη­νι­κές γραμ­μές και ζήτη­σε κα­τά­παυ­ση του πυ­ρός. Στις 0030 της 8ης Δεκεμ­βρί­ου έ­φθα­σε εκ νέ­ου με συ­νο­δό και πα­ρέδω­σε φά­κε­λο στον Αντι­συ­νταγ­μα­τάρχη Συρ­μα­κέ­ζη στον Πε­τσο­φά, με αί­τη­ση πα­ρά­δο­σης, με τις υ­πο­γραφές ό­λων των Τούρ­κων α­ξιω­μα­τι­κών.
Ο Λο­χα­γός Σι­ντκί, το βρά­δυ 7/8 Δεκεμβρί­ου, αρ­νή­θη­κε να πα­ρα­δο­θεί και α­φού συ­γκέ­ντρω­σε άλ­λους 15, πή­ρε ε­φό­δια, α­πο­χώ­ρη­σε α­πό το στρα­τη­γεί­ο και το βρά­δυ 8/9 Δεκεμ­βρί­ου έ­φθα­σε στη Σκά­λα Σκα­μνιάς και συ­νά­ντη­σε τον φύ­λα­κα του λι­μα­νιού. Πή­ρε ε­φό­δια και πα­ρέ­μει­νε την η­μέ­ρα της 9ης Δεκεμ­βρί­ου στο πα­ρα­κεί­με­νο δά­σος. Από ε­κεί πα­ρα­τη­ρού­σε τα με­τα­γω­γι­κά που με­τέφε­ραν τους αιχ­μα­λώ­τους στη Μυ­τι­λή­νη. Τη νύ­κτα κι­νή­θη­κε στον φά­ρο του Κό­ρα­κα, ομώ­νυ­μο α­κρω­τή­ριο, και συ­νά­ντη­σε τον φα­ρο­φύ­λα­κα. Τον έ­στει­λε στον Μα­ντα­μά­δο και μάλ­λον κα­νό­νι­σε και το βρά­δυ στις 1030 ήλθε κα­ΐ­κι, πι­θα­νόν ελ­λη­νι­κό, τους πα­ρέ­λα­βε και τους πέ­ρα­σε στο Μπε­χράμ.
Φωτογραφία απο το περιοδικό Στρατιωτική Επιθεώρηση
Φωτογραφία απο το περιοδικό Στρατιωτική Επιθεώρηση
Εν τω με­τα­ξύ, στις 0800 της 8ης Δεκεμ­βρί­ου συ­να­ντή­θη­καν οι δύ­ο α­ντι­προ­σω­πεί­ες στο Πε­τσο­φά και υ­πέ­γρα­ψαν το πρω­τό­κολ­λο πα­ρά­δο­σης, και το με­ση­μέ­ρι στο χω­ριό Φί­λια άρ­χι­σε η πα­ρά­δο­ση του ο­πλι­σμού. Μέ­ρος των αιχ­μα­λώ­των, πε­ρί τους 150, συ­γκε­ντρώ­θη­κε στη Μο­νή Λει­μώ­νος και οι υ­πό­λοι­ποι ο­δη­γή­θη­καν στον Μό­λυ­βο και α­πό ε­κεί με πλοί­α στη Μυτι­λή­νη.
Το με­ση­μέ­ρι της 9ης Δεκεμ­βρίου, ο Ηγού­με­νος της Μο­νής Λει­μώ­νος, Χα­τζή Σε­ρα­φείμ, πα­ρέ­θε­σε γεύ­μα στον Ταγ­μα­τάρ­χη Μα­νου­σά­κη, στον Σου­η­δό ια­τρό και σε 20 α­ξιω­μα­τι­κούς. Οι τε­λευ­ταί­οι αιχ­μά­λω­τοι α­πό το Μο­να­στή­ρι έ­φυ­γαν για Μυτι­λή­νη στις 16 Δεκεμ­βρί­ου και την ί­δια ημέ­ρα ο ε­πι­κε­φα­λής της α­ρι­στε­ρής φά­λαγ­γας Ταγ­μα­τάρ­χης Μανου­σά­κης έ­στει­λε ευ­χα­ρι­στή­ριο ε­πι­στο­λή στον Ηγού­με­νο Χα­τζή Σε­ρα­φείμ, με την ο­ποί­α ευ­χα­ρί­στησε για τη συμ­με­το­χή της εκ­κλη­σί­ας στη νι­κη­φό­ρο ε­πι­χεί­ρη­ση.
Κα­τά την ε­πι­χεί­ρη­ση οι ελ­λη­νι­κές δυ­νά­μεις εί­χαν νε­κρούς 1 αξιω­μα­τικό, 8 ο­πλί­τες και τραυ­μα­τί­ες 1 αξιω­μα­τικό και 80 ο­πλί­τες. Α­πό αυ­τούς πέντε ε­ντα­φιά­στη­καν στη Μο­νή Λει­μώ­νος, με­τα­ξύ αυ­τών και ο πρώ­τος νε­κρός της μά­χης Εμ­μα­νου­ήλ Βαρ­δά­κης α­πό τη Κρήτη, που έ­πε­σε στον λό­φο Τυ­ρα­νί­δι, ε­πί του ο­ποί­ου έ­χει α­να­γερ­θεί μνη­μεί­ο για ό­λους τους η­ρω­ι­κούς νε­κρούς της μά­χης.
Έ­τσι, ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε η πλή­ρης α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Λέ­σβου, έ­ναν μή­να α­πό την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της πό­λης της Μυ­τι­λή­νης και ό­πως α­να­φέ­ρε­ται στην Ι­στο­ρί­α του Ναυ­τι­κού Πο­λέ­μου – 1914, αν εί­χε ε­πι­λε­γεί κα­τάλ­λη­λη α­κτή α­πό­βα­σης, που να ε­γκλώ­βι­ζε τις τουρ­κι­κές δυ­νά­μεις στη Μυ­τι­λή­νη, θα απο­φευγόταν η ά­σκο­πη αιμα­το­χυ­σί­α αλ­λά και οι πρά­ξεις βί­ας κα­τά των μου­σουλ­μά­νων κα­τοί­κων του νη­σιού.
Επί­λο­γος
Ο διοι­κη­τής των τουρ­κι­κών στρα­τευ­μά­των, Ταγ­μα­τάρ­χης Γκα­νί, στην α­να­φο­ρά που υ­πέ­βα­λε στις 5 Ιανουα­ρί­ου 1913, στο Ε­πι­τε­λεί­ο, πε­ριέ­λα­βε λε­πτο­με­ρές σχέ­διο α­να­κα­τά­λη­ψης της Λέ­σβου με α­πο­βα­τι­κή ε­νέρ­γεια στις α­κτές Ν. Κυ­δω­νιών-Μυ­στε­γνών-Κα­βα­κούμ και ταυ­τό­χρο­νη ε­νέρ­γεια του Οθω­μα­νι­κού Στό­λου σε Πέ­τρα και Μυ­τι­λή­νη. Το σχέ­διο, που μάλ­λον συ­ντά­χθη­κε για να μειώ­σει τις τυ­χόν ε­πι­πτώ­σεις που θα εί­χε ο Ταγ­μα­τάρ­χης λό­γω της ηττο­πά­θειας που έδει­ξαν τα υ­πό τη διοί­κησή του στρα­τεύ­μα­τα, στη­ρι­ζό­ταν σε δύ­ο προ­ϋ­πο­θέ­σεις:
Πρώ­τη ό­τι θα το έ­βα­ζαν στα πό­δια οι χρι­στια­νοί με την πρώ­τη του­φε­κιά, λαν­θα­σμέ­νη ε­κτί­μη­ση για έ­ναν λα­ό που μό­λις εί­χε α­πο­κτή­σει την ε­λευ­θε­ρί­α του και δεύ­τε­ρη ό­τι το α­πο­κλει­σμέ­νο στα Στε­νά ο­θω­μα­νι­κό ναυ­τι­κό θα ε­πα­νακτού­σε την κυ­ριαρ­χί­α στο Αι­γαί­ο. Τε­λεί­ως α­να­κρι­βής και υπερ­φί­α­λη ε­κτί­μη­ση, για την πε­ρί­ο­δο αυ­τή, με δε­δο­μέ­νο ό­τι και τις δύ­ο φο­ρές που ε­πι­χείρη­σε έ­ξο­δο, στις ναυ­μα­χί­ες που α­κο­λού­θη­σαν, νι­κή­θη­κε κα­τά κρά­τος α­πό το Ελλη­νι­κό Ναυ­τι­κό (Ναυ­μα­χί­α της Έλ­λης-3 Δεκεμ­βρί­ου 1912 και Ναυ­μα­χί­α της Λή­μνου-5 Ιανουα­ρί­ου 1913).
Ο Τούρ­κος συγ­γρα­φέ­ας και ι­στο­ρι­κός İdris Bostan, στη­ρι­ζό­με­νος στην α­να­φορά του Λο­χα­γού Χα­κί, α­να­φέ­ρει ό­τι λό­γω του α­ντί­κτυ­που από τις διώ­ξεις των μου­σουλ­μά­νων στην πε­ριο­χή της Σμύρ­νης (Βι­λα­έ­τι του Α­ϊ­δι­νί­ου) ο Πρω­θυ­πουρ­γός (sadrazam) Κα­μίλ Πα­σά, έ­δω­σε ε­ντολή στις 11 Δεκεμ­βρί­ου (πα­λαιό η­με­ρο­λό­γιο) στο Γε­νι­κό Ε­πι­τελεί­ο και αυ­τό την ί­δια μέ­ρα τη­λε­γρά­φη­σε στο Αρ­χη­γεί­ο του στό­λου και διέ­τα­ξε τον στό­λο να πλεύ­σει σε Μυ­τι­λή­νη και Χί­ο και στις ακτές της Μι­κράς Α­σί­ας. Δυ­στυ­χώς ό­μως, λό­γω λά­θους στη σύ­ντα­ξη του σή­μα­τος ό­που γρά­φη­κε η λέ­ξη «ά­κυ­ρο», δεν ε­φαρ­μό­στη­κε τε­λι­κά. Πρό­κει­ται για τε­λεί­ως α­πλο­ϊ­κή ε­ξή­γη­ση με δεδο­μέ­νο ό­τι ο Οθω­μα­νι­κός Στό­λος εί­χε ε­πιχει­ρή­σει έ­ξο­δο α­πό τα Δαρ­δα­νέ­λια, αλ­λά νι­κή­θη­κε στη ναυ­μα­χί­α της Έλ­λης, στις 3 Δεκεμ­βρί­ου, και το ί­διο συ­νέ­βη με­τα­γε­νέ­στε­ρα, στις 5 Ιανουα­ρί­ου 1913. Η προ­σπά­θεια κι­νη­το­ποί­η­σης του στό­λου με σή­μα­τα δεί­χνει την α­ντι­παλό­τη­τα που υ­πήρ­χε με­τα­ξύ των α­νώ­τα­των κλι­μα­κί­ων και της προ­σπά­θειας α­πο­φυ­γής των ευ­θυ­νών.
Α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την α­να­φο­ρά του Γκα­νί, το οθω­μα­νι­κό Ε­πι­τε­λεί­ο σχε­δί­α­ζε την α­να­κα­τά­λη­ψη των νησιών του ΒΑ. Αι­γαί­ου και αρ­χι­κά χώ­ρι­σε την α­κτή της Μι­κράς Α­σί­ας σε δύ­ο διοι­κήσεις και προ­σπά­θη­σε να ορ­γα­νώ­σει τάγ­μα­τα ε­θνο­φυ­λά­κων, χω­ρίς ό­μως ε­πι­τυ­χί­α, πλην του τάγ­μα­τος στο Σό­κε, λό­γω έλ­λει­ψης ο­πλι­σμού αλ­λά και α­ντι­δρά­σε­ων των μη μου­σουλ­μάνων κα­τοί­κων. Ό­πως α­να­φέ­ρει ο Ε­λίφ Γιε­νέ­ρο­γλου στο δι­δακτο­ρι­κό του με τί­τλο «Η Έ­ξο­δος των νή­σων του Α. Αι­γαί­ου α­πό την Ο­θω­μα­νι­κή κυ­ριαρ­χί­α και η ε­πίδρα­ση στην πε­ρι­φέ­ρεια Α­ϊ­δι­νί­ου (ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή Σμύρ­νης)-Σμύρ­νη 2009», οι μη μου­σουλ­μά­νοι κά­τοι­κοι δια­μαρ­τυ­ρή­θη­καν στον Άγ­γλο Ναύ­αρ­χο Cecil Thurshy, που βρι­σκό­ταν στη Σμύρ­νη, λό­γω του ό­τι τα ό­πλα δό­θη­καν σε τουρ­κο­κρη­τι­κούς και τε­λι­κά συ­γκε­ντρώ­θηκαν.
Η κυ­βέρ­νη­ση του κο­μι­τά­του, που ή­δη εί­χε α­νέλ­θει στην ε­ξου­σί­α, προ­σπά­θη­σε να ε­λέγ­ξει την κα­τά­στα­ση, με πε­ριο­ρι­σμούς στις κι­νή­σεις των Ελ­λή­νων κα­τοί­κων των πα­ρα­λί­ων και των δια­φό­ρων πλοί­ων α­πό και προς τα νη­σιά. Ε­πί­σης, προ­σπάθη­σε α­νε­πί­ση­μα, μέ­σω της πί­ε­σης που α­σκούσαν οι κομ­μα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις του κο­μι­τά­του, να α­να­γκά­σει τους Έλ­λη­νες να ε­γκα­τα­λεί­ψουν τις ε­στί­ες τους, ό­πως και έ­γι­νε, και ο­νο­μά­στη­κε ο πρώ­τος διωγ­μός.
Πα­ράλ­λη­λα προ­σπά­θη­σε να ε­νι­σχύ­σει το ναυ­τι­κό και ο Τα­λάτ πα­σάς, στις αρ­χές του 1914, με την α­να­κοί­νω­ση της α­γο­ράς του θω­ρη­κτού «Σουλ­τάν Ο­σμάν». Δή­λω­σε δε στην ε­φη­με­ρί­δα Tan των Πα­ρι­σί­ων ό­τι «Σκο­πός εί­ναι η γρή­γο­ρη ε­πι­χει­ρη­σια­κή α­ξιο­ποί­η­ση του θω­ρη­κτού και η α­να­κα­τά­ληψη των νη­σιών του Αι­γαί­ου». Ό­σον α­φο­ρά την α­γο­ρά αυ­τή, ο Υπουρ­γός Οι­κο­νο­μι­κών Ρι­φάτ δεν συμ­φω­νού­σε με τη σύ­να­ψη δα­νεί­ου 4 εκ. στερ­λι­νών α­πό την γαλ­λι­κή τρά­πε­ζα Perrier, αλ­λά ο Τα­λάτ τον πί­ε­σε και του άλ­λα­ξε γνώ­μη, λέ­γο­ντας ό­τι «θα πά­ρου­με τα νη­σιά πί­σω». Με την έ­ναρ­ξη ό­μως του Α΄ Π.Π., η Αγ­γλί­α αρ­νήθη­κε να πα­ρα­δώ­σει τα πα­ραγ­γελ­θέ­ντα πλοί­α, και τε­λι­κά το Επι­τε­λεί­ο πα­ραι­τή­θη­κε των σχε­δί­ων α­να­κα­τά­λη­ψης. Τού­το φαί­νε­ται σε έγ­γρα­φο του Σώ­μα­τος Στρα­τού Σμύρ­νης της 7ης Ιουλί­ου 1914 ό­που γί­νε­ται α­πο­δε­κτό ό­τι η α­κτή α­πο­τε­λεί σύ­νο­ρο και α­παι­τούνται λό­χοι α­σφα­λεί­ας α­κτών για τη φύ­λαξή του. Στην αλ­λη­λο­γρα­φί­α υ­πάρ­χει και η υ­πο­γρα­φή του Υπουρ­γού Άμυ­νας Εν­βέρ Πα­σά.
H απελευθέρωση της Λέσβου το 1912. (vimaonline.gr)
Με τη λή­ξη των Βαλ­κα­νι­κών πο­λέ­μων και με τις υ­πο­γρα­φεί­σες συν­θή­κες και πρω­τό­κολ­λα (Συν­θή­κη Λον­δί­νου 30 Μα­ΐ­ου 1913-Πρω­τό­κολ­λο Λον­δί­νου 11 Αυγού­στου 1913) δεν ε­πι­λύ­ε­ται ο­ρι­στι­κά το νο­μι­κό κα­θε­στώς των νη­σιών του Αι­γαί­ου, λό­γω κω­λυ­σιερ­γί­ας της οθω­μα­νικής κυ­βέρ­νη­σης, η ο­ποί­α στο διαρ­κές δι­πλω­μα­τι­κό πα­ζά­ρι με τις Με­γά­λες Δυ­νά­μεις για την πα­ρα­χώ­ρη­ση ε­δα­φών της, προ­σπα­θού­σε να κερ­δί­σει τα νη­σιά του Α. Αι­γαί­ου που έ­χα­σε με τον πό­λε­μο. Το 1914 ο Τούρ­κος Πρέ­σβης στην Α­θή­να Γκα­λίπ Κε­μα­λί, ε­ρω­τη­θείς α­νε­πί­ση­μα «Ποια νη­σιά θα έ­δι­νε η Ο­θω­μανι­κή Αυ­το­κρα­το­ρί­α, αν δι­νό­ταν πί­σω η Λέ­σβος και η Χί­ος», απά­ντη­σε «Τα Ψα­ρά, Λε­βί­θα, Α­στυ­πά­λαια, Κάρ­πα­θος και Κά­σος» και το θέ­μα έ­κλει­σε.
Σε συ­νά­ντη­ση α­ντι­προ­σω­πειών των δύ­ο κρα­τών στο Βουκου­ρέ­στι με την έ­ναρ­ξη του Α΄ Π.Π., υ­πό τον Τα­λάτ και τους Ζα­ΐ­μη – Πο­λί­τη, συ­ζη­τήθη­κε η ε­νοι­κί­α­ση των νη­σιών του Β. Αι­γαί­ου στην Ελ­λά­δα και ο διο­ρι­σμός Έλ­λη­να νο­μάρ­χη α­πό τον Σουλ­τά­νο. Η οθω­μα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση δεν έ­κανε δε­κτή την πρό­τα­ση και α­πά­ντη­σε αρ­νη­τι­κά στο σχε­τι­κό τη­λε­γρά­φη­μα του Τα­λάτ α­πό το Βου­κου­ρέ­στι της 9ης Σεπτεμ­βρί­ου 1914.
Έ­κτο­τε δια­δρα­μα­τί­στη­καν σο­βα­ρά γε­γο­νό­τα σε ε­θνι­κό και ευ­ρω­πα­ϊ­κό ε­πί­πε­δο. Τη χα­ρού­με­νη α­τμό­σφαι­ρα των βαλ­κα­νι­κών πο­λέ­μων με τις ε­θνι­κές ε­πι­τυ­χί­ες α­κο­λού­θη­σε η μι­ζέ­ρια και η κα­χυ­πο­ψί­α του δι­χα­σμού. Η Ελ­λά­δα χω­ρί­στη­κε στα δύ­ο, το μί­σος φώ­λια­σε στις καρ­διές των Ελλή­νων και με­τά α­πό δια­δο­χι­κά τρα­γι­κά λά­θη της η­γε­σί­ας της χώ­ρας, πο­λι­τι­κής και στρα­τιω­τι­κής, φθά­σα­με στην τελευ­ταί­α πρά­ξη του δρά­μα­τος, την α­νταλ­λα­γή των πλη­θυ­σμών.
Ό­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε, στη Λέ­σβο κα­τοι­κού­σαν γύ­ρω στους 18.000 μου­σουλ­μά­νοι, οι ο­ποί­οι α­πο­χω­ρού­σαν στα­δια­κά α­πό το νη­σί, και κα­τά την ο­λο­κλή­ρω­ση της α­νταλ­λα­γής των πλη­θυ­σμών, στις 21 Ο­κτω­βρί­ου 1923, με­τα­φέρ­θη­καν συ­νο­λι­κά στο Α­ϊ­βα­λή 7.500 μου­σουλ­μά­νοι. Ο ε­πι­κε­φα­λής τους, Μου­φτής της Μυ­τι­λή­νης Α­τά­ου­λαχ (Ataulah) α­πέ­στει­λε ευ­χα­ρι­στή­ριο τη­λε­γρά­φη­μα στην τουρ­κι­κή Βου­λή, υ­πο­γρά­φο­ντας ως Μου­φτής των εν Α­ϊ­βα­λή Μυ­τι­λη­νιών μου­σουλ­μά­νων. Έ­τσι, έ­λη­ξε η επί 450 χρόνια τουρ­κι­κή πα­ρου­σί­α στη Λέ­σβο.
Η χώ­ρα μας, ητ­τη­μέ­νη και κα­θη­μαγ­μέ­νη οι­κο­νο­μι­κά και κοι­νω­νι­κά, με­τά α­πό δέ­κα χρό­νια συ­νε­χό­με­νων πο­λε­μι­κών ε­πι­χει­ρή­σε­ων, κα­τά τις ο­ποί­ες δι­πλα­σί­α­σε μεν τα ε­δά­φη της στη Βαλ­κα­νι­κή, αλλά ητ­τή­θη­κε στην Α­να­το­λή (Μι­κρά Α­σί­α) και στη συ­νέ­χεια κα­τα­κλύ­στη­κε α­πό 1,5 εκ. πρό­σφυ­γες, ξε­ρι­ζω­μέ­νους α­πό τις ε­πί χι­λιε­τί­ες πα­τρο­γονι­κές ε­στί­ες, ξε­κι­νού­σε μια νέ­α πε­ρί­ο­δο πο­λι­τι­κής και οι­κο­νο­μι­κής α­στά­θειας, σε συν­δυα­σμό με την προ­σπά­θεια εν­σω­μά­τω­σης του προ­σφυ­γι­κού στοι­χεί­ου. Τελι­κά, σύρ­θη­κε στην υ­πο­γρα­φή της Συν­θή­κης της Λο­ζάνης (24 Ιουλί­ου 1924), με την ο­ποί­α ε­πι­λύ­θη­κε ο­ρι­στι­κά το κα­θε­στώς κυ­ριαρ­χί­ας στα νη­σιά του ΒΑ. Αι­γαί­ου, με την α­να­γνώ­ρι­ση ντε γιού­ρε κα­τά­στα­σης που δια­μορ­φώ­θη­κε κα­τά το έν­δο­ξο φθι­νό­πω­ρο του 1912, α­κρι­βώς πριν ε­κα­τό χρό­νια.
ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ
  • Bostan, Ι., Midilli’nin işgali Günlü­ğü-1912 (Η­με­ρο­λό­γιο Κα­τά­λη­ψης της Μυ­τι­λή­νης -1912).
  • Arslan, A., «Σχέ­σεις Τουρ­κί­ας με Νη­σιά 1913-14», Τμή­μα Ι­στο­ρί­ας Πα­νε­πι­στη­μίου Κων­στα­ντι­νού­πο­λης.
  • Donbanoğlu, B., Με­τα­πτυ­χια­κή Ερ­γα­σί­α με τί­τλο «Α­πό τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους στην Α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό Πό­λε­μο, η Τουρ­κι­κή Ναυ­τι­κή Στρα­τη­γι­κή», Gebze 2007.
  • Yeneroğlu, Elif, Δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή «Η Έ­ξο­δος των Νή­σων Αν. Αι­γαί­ου α­πό την Ο­θω­μα­νική κυ­ριαρ­χί­α και η επί­δρα­ση στην Πε­ρι­φέ­ρεια Α­ϊ­δι­νί­ο», Σμύρ­νη 2009.
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο Ελ­λη­νι­κός Στρατός κα­τά τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους 1912-13, Τό­μος Α΄.
  • Özçelik, Fatih, Η­με­ρο­λό­γιο του 1903 της Πε­ρι­φέ­ρειας Αρ­χι­πε­λά­γους (Cezayir –i Bahr-i Sefid Vilayeti), Mπό­λου 2007.
  • Θε­ο­φα­νί­δη, Ι­στο­ρί­α του Ελλη­νι­κού Ναυ­τι­κού 1903-12, [χ.ό.], [χ.τ.],1923.
  • Ι­στο­ρί­α του Ναυ­τι­κού Πο­λέ­μου 1912-13, Εκ­δό­σεις ε­φημ. Σκρι­πτ, 1914, Α­θή­να.
  • Κα­ρα­γιάν­νη, Ι., Το Φως των Παί­δων, [χ.ό.], [χ.τ.].
  • Λε­σβια­κά Τό­μος Δ΄, 1962, [χ.ό.], [χ.τ.].
  • Λέ­σβος 1912-2012 Ε­κα­τό Χρό­νια Ε­λευ­θε­ρί­ας – Λέ­σχη Πλω­μα­ρί­ου «Βε­νια­μίν ο Λέ­σβιος», 2011.
  • Μπά­μπου­ρη, Ε., Το Ναυτι­κόν μας κα­τά τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους 1912-13, Α­θή­να 1939, [χ.ό.].
  • Φω­κά, Δ., Ο Στό­λος του Αι­γαί­ου, Α­θή­να 1972, [χ.ό.].
  • Πε­ριο­δι­κό Ι. Μη­τρό­πο­λης Μη­θύ­μνης, τεύ­χος 3, Μά­ιος-Ιού­νιος 1938, (Πρα­κτι­κά Μο­νής Λει­μώ­νος).
Η πηγή του κειμένου είναι το Περιοδικό “Στρατιωτική Επιθεώρηση” τεύχοςΣεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 2013 και αναδημοσίευθηκε με την άδεια του “ΓΕΝΙΚΟΥ  ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ”.

[1]εί­δος πο­λε­μι­κού πλοί­ου.
[2]σή­με­ρα Γραμ­μα­τεί­α Νη­σιω­τι­κής Πο­λιτι­κής και Ε­φε­τεί­ο Αι­γαί­ου.
[3]πε­ριο­χή κά­τω ρου Α­ξιού ποτα­μού.
[4]γιου­ρού­κοι ξυ­λο­κό­ποι.
[5]Midilli’nin işgal Günlü­ğü-1912, (Η­με­ρο­λό­γιο Κα­τά­λη­ψης της Μυ­τι­λή­νης-1912)
[6]Με­τα­ξύ των πρω­τερ­γα­τών ή­ταν και ο ποι­η­τής-συγ­γρα­φέ­ας και Διοι­κη­τής της Λέ­σβου α­πό το 1879-84 Να­μίκ Κε­μάλ-Namik Kemal.
[7]«Ι­στορί­α του Ναυ­τι­κού Πο­λέ­μου» Ε­φημ. Σκρι­πτ, Α­θή­να 1914. Δ., Φω­κά, Ο Στό­λος του Αι­γαί­ου 1972.
[8]Δ., Φω­κά, Ο Στό­λος του Αι­γαί­ου.
[9]Ε., Μπά­μπου­ρη, Το Ναυ­τι­κόν μας κα­τά τους Βαλ­κα­νι­κούς πο­λέ­μους 1912-1913, Α­θή­να 1939.
[10]Κα­ταγό­ταν α­πό το Diyarbakır, γό­νος πλού­σιας οι­κο­γέ­νειας, ποι­η­τής και α­δελ­φός του με­γά­λου Τούρ­κου ποι­η­τή Süleyman Nazıf. Το 1915, ως Βα­λής της Κιου­τά­χειας, μη υ­πα­κού­ο­ντας σε ε­ντο­λή του Τα­λάτ Πα­σά, έ­σω­σε Αρ­μέ­νιους α­πό τη σφα­γή. Ήταν μέ­λος του κο­μι­τά­του, αλ­λά με κρι­τι­κή διά­θε­ση.
[11]Λε­σβια­κά, Δ΄ τό­μος 1962.
[12]Λε­σβια­κά, 1962.
[13]«Λέ­σβος 100 χρό­νια ε­λευ­θε­ρί­ας -2011», Λέ­σχη Πλω­μα­ρί­ου, Βε­νια­μίν ο Λέ­σβιος.
[14]Σκριπ, 1914, Α­θή­να.
[15]Ε., Μπα­μπού­ρη, Το Ναυ­τι­κόν μας κα­τά τους Βαλ­κα­νι­κούς Πο­λέ­μους 1912-13.
[16]Ε., Μπα­μπού­ρη, ό.π.
[17]Λε­σβια­κά, ό.π.

https://limitofadvance.wordpress.com/2014/02/22/%CE%B7-%CE%B1%C2%AD%CF%80%CE%B5%C2%AD%CE%BB%CE%B5%CF%85%C2%AD%CE%B8%CE%AD%C2%AD%CF%81%CF%89%C2%AD%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BB%CE%AD%C2%AD%CF%83%CE%B2%CE%BF%CF%85-8-%CE%BD%CE%BF%CE%B5%CE%BC/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου