Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Είναι σαν να σου λέει ο Θεός: «Εδώ είμαι, στάσου λίγο και πρόσεξε…»


Επιτρέπει ο Θεός, αδελφέ μου, να έχεις ένα πρόβλημα, έναν πόνο, μια δυσκολία, να περνάς κάτι που ίσως σε συντρίβει ως τα κατάβαθα της υπάρξεώς σου. Αυτό είναι ευλογία, είναι επίσκεψη του Θεού.
Είναι σαν να σου λέει ο Θεός: «Εδώ είμαι. Στάσου λίγο και πρόσεξε. Γύρνα και κοίταξέ με. Μη βουλιάζεις μέσα στην όποια πραγματικότητα.
Θέλω κάτι να σου δώσω. Τι έχω να σου δώσω; Τον ίδιο τον εαυτό μου! Ναι, θέλω να σου δώσω την όλη χάρη μου και δια της χάριτός μου τον ίδιο τον εαυτό μου και να σε κάνω θεό. Θέλω να σε κάνω ό,τι είμαι κι εγώ ο Θεός, διότι σε αγαπώ, σε θέλω, διότι είσαι το πλάσμα μου και για σένα έκανα και κάνω τα πάντα».
Ενώ λοιπόν αυτό που περνάει κανείς είναι μια επίσκεψη του Θεού, δεν μπορεί να το δει έτσι ο άνθρωπος. Νομίζει ότι δεν αντέχει, νομίζει ότι ο πόνος είναι πολύς, ότι οι στενοχώριες είναι πολλές και τα βάσανα μεγάλα και λέει: «Τι να κάνω; Δεν μπορώ». Δεν είναι όμως έτσι.
Ακριβώς το ότι πονάς, πιέζεσαι και ζορίζεσαι, ακριβώς το ότι έχεις πληγή μέσα σου, ακριβώς το ότι έρχονται όλα έτσι που ούτε ελπίδα υπάρχει ούτε διέξοδος ούτε κάποιο στήριγμα ή κάποια παρηγοριά, ακριβώς λοιπόν το ότι συμβαίνουν όλα αυτά, είναι όχι ένδειξη αλλά απόδειξη, αδελφέ μου, ότι είναι παρών ο Θεός, ότι σε αγγίζει ο Θεός, ότι ασχολείται μ’ εσένα ο Θεός.
Σε βλέπει, σε ξέρει, σε καταλαβαίνει και θέλει να σε ελεήσει. Στάσου λοιπόν λίγο, κάνε λίγη υπομονή, στηρίξου λίγο στον Θεό! Γιατί πονάς τόσο πολύ; Γιατί αισθάνεσαι τόσο πολύ πληγωμένος, τόσο πολύ αποθαρρυμένος; Γιατί τόσο πολύ νιώθεις ότι πνίγεσαι, ότι χάνεσαι; Γιατί; Όχι για άλλο λόγο, αλλά διότι έχεις αντίσταση μέσα σου.
Και η αντίσταση αυτή να, πώς λειτουργεί. Ας πούμε ότι υπάρχει ένα οχυρό, ένα φρούριο, στο οποίο επιτίθεται κάποιος εχθρός. Όσο ανθίσταται αυτός που είναι μέσα στο οχυρό, τόσο εκείνος που επιτίθεται εντείνει τις δυνάμεις του, δυναμώνει τις πιέσεις του, δυναμώνει τις επιθέσεις του, για να συντρίψει το οχυρό· να σπάσει τοίχους, πόρτες και να εισέλθει μέσα να το καταλάβει.
Αν αυτά έχουν δόση αληθείας εκεί, στο παράδειγμα με το φρούριο, έχουν δόση αληθείας και μεταφορικά: Ένα τέτοιο πράγμα, δηλαδή, αν επιτρέπεται να πούμε, γίνεται μεταξύ Θεού και ψυχής.
Το καταλαβαίνει δεν το καταλαβαίνει κανείς –αν και δεν δικαιολογείται που δεν το καταλαβαίνει, στην πραγματικότητα όμως δεν θέλει να το καταλάβει– μέσα εκεί βαθιά στην ψυχή του ανθρώπου το εγώ, η φιλαυτία, η αυταρέσκειά του, γενικότερα η όλη αυτονόμηση του ανθρώπου από τον Θεό είναι σαν ένα οχυρό που δεν παραδίδεται με τίποτε.
Και ενώ νιώθεις όλα αυτά που έτσι ή αλλιώς τα επιτρέπει ο Θεός σ’ εσένα τον χριστιανό –τι γίνεται με τους άλλους είναι άλλο θέμα– ακριβώς για να σπάσουν οι πόρτες, να ανοίξει ο δρόμος και να μπει μέσα η χάρη του Θεού, εσύ ανθίστασαι και λες: «Δεν μπορώ! Δεν μπορώ!»
Δεν μπορείς; Τόσο το καλύτερο. Παραδώσου στον Θεό, πες το «ναι» στον Θεό και –ω του θαύματος!– όχι απλώς θα χαλαρώσει ο πόνος, όχι απλώς θα ελαφρύνει, αλλά σιγά-σιγά, καθώς αρχίζεις να φιλοσοφείς, καθώς αποφάσισες να γνωρίσεις λίγο τον εαυτό σου, καθώς συντρίβεσαι, προσγειώνεσαι, ταπεινώνεσαι και έχεις τη διάθεση να καταλάβεις τι ακριβώς γίνεται, θα δεις, τρόπον τινά, με τα μάτια σου και θα αισθανθείς την όλη ενέργεια της χάριτος του Θεού μέσα σου.
Και μετά όλο αυτό που σου συμβαίνει θα αρχίσει να γλυκαίνει, να γίνεται ουράνιο –ακριβώς διότι έτσι είναι– να είναι χάρη Θεού, να είναι θωπεία του Θεού, άγγιγμα του Θεού, γλυκασμός του Θεού. Θα αισθανθείς ότι όλο αυτό είναι το σκύψιμο του Θεού επάνω σου με αγάπη.
Καθόλου δεν θα νιώσεις σαν να θέλει να σε ταπεινώσει ο Θεός ή να σε εκθέσει ή να σε εξουθενώσει, όπως κάνουν καμιά φορά οι ισχυροί, που καταδέχονται μεν να βοηθήσουν τους αδυνάτους, αλλά με μια διάθεση και με ένα πνεύμα να εξουθενώσουν τον άλλο. Δεν κάνει έτσι ο Θεός.
Ο Κύριος σαρκώνεται, τρόπον τινά, και πάσχει για τον καθένα, και όλο αυτό γίνεται για να σε σώσει, αλλά εσύ δεν καταλαβαίνεις τίποτε· δεν έχεις διάθεση να καταλάβεις. Μένεις εκεί, στο πώς τα ξέρεις εσύ, καθώς μέσα σου δεν βασιλεύει ο Χριστός, η χάρη του Θεού, εκείνο το ουράνιο πράγμα, που τα φωτίζει όλα και τα βλέπεις αλλιώς, αλλά βασιλεύει ο παλαιός άνθρωπος, βασιλεύει η πτώση· άγεσαι επομένως και φέρεσαι από όλη αυτή την κατάσταση και βογγάς, πάσχεις, υποφέρεις.
Να ταπεινωθείς και να πεις: «Κάτω από τον Θεό είμαι. Κάτω από την πρόνοια του Θεού είμαι. Δεν μπορεί ο Θεός να μην τα έχει κάνει καλά. Δεν μπορεί ο Θεός να έχει χάσει τον έλεγχο και να έχει πελαγώσει. Φαίνεται πως χρειάζεται να με πονέσει. Φαίνεται πως χρειάζεται να ζοριστώ. Φαίνεται ότι χρειάζονται και τούτο κι εκείνο, όλα αυτά που μου συμβαίνουν».
Αν πεις έτσι, όλα τα βλέπεις αλλιώς. Κάνε λίγη υπομονή, αλλά κάτω από την πρόνοια του Θεού, κάτω από αυτή την αίσθηση ότι είναι παρών ο Θεός, ότι βλέπει, ότι ξέρει, ότι είναι Θεός αγάπης και πως, ό,τι θα κάνει, θα το κάνει διότι εσύ δεν καταλαβαίνεις αλλιώς· δεν παίρνεις είδηση, αν δεν σε πονέσει παραπάνω. Όσο πιο γρήγορα επομένως ταπεινωθείς, όσο πιο γρήγορα παραδοθείς, όσο πιο γρήγορα πεις το «ναι», τόσο πιο γρήγορα θα έρθει όχι απλώς η λύση, όχι απλώς η τακτοποίηση, αλλά αυτός ο γλυκασμός ο ουράνιος.
Στενοχωρείται κανείς, σκέπτεται και διερωτάται: Τι έχουμε πάθει και σαν να μην αφήνουμε τον Θεό να συνεννοηθεί μαζί μας, σαν να μη θέλουμε να καταλάβουμε τον Θεό, σαν να μη θέλουμε να τον ακολουθήσουμε, να συμμορφωθούμε προς αυτά που κάνει, προς αυτά που δείχνει, και να μπούμε μέσα στο σχέδιό του και να περπατήσουμε τον δρόμο που μας ανοίγει;
Και έτσι, όχι απλώς είμαστε ταλαίπωροι και δυστυχισμένοι, όχι απλώς δεν είμαστε καλοί χριστιανοί, αλλά τελικά και κάποιοι κόποι μας ή κάποια έργα που κάνουμε, ενώ θα μπορούσαν να αποδώσουν πολύ περισσότερο και να μας ωφελήσουν πολύ περισσότερο, τελικά μένουν ανενεργά.
Πας, έρχεσαι, χριστιανός και πάλι χριστιανός, κάνεις και τούτο κι εκείνο και το άλλο, και μόλις και μετά βίας θα αρπάξεις καμιά παρηγοριά, ανθρώπινη μάλλον παρά θεϊκή.
Πρέπει να έχεις το κουράγιο, αδελφέ μου, να αφήσεις τον Θεό δια της χάριτός του να προχωρήσει βαθιά μέσα στην ψυχή σου, για να γκρεμιστεί το οχυρό, να καταληφθεί το οχυρό, ώστε να γίνει το έργο του Θεού, το αληθινό έργο του Θεού.
Να γίνει όχι κάτι που μπορεί να πιάσει η φαντασία σου ή που μπορείς εσύ απλώς να σκεφθείς, όσο καθαρό κι αν είναι το μυαλό σου, αλλά όλο αυτό που είναι όντως έργο της χάριτος του Θεού, που είναι κάτι ουράνιο· κάτι που όχι απλώς σε κάνει να πάρεις μια ιδέα τι εστι ουρανός, αλλά που θα σε κάνει να νιώθεις σαν να είσαι μέσα στον ουρανό και σαν να είναι μέσα σου ο ουρανός.
π. Συμεών Κραγιόπουλος (†)
Πηγή: π. Συμεών Κραγιοπούλου, «Το μυστήριο του πόνου», Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ’ έκδοση 2010, σελ. 11
πηγη vimaorthodoxias.gr

Κοινωνική Προσφορά - Εκτέλεση Έργων σε Περιοχές που Επλήγησαν από Φυσικές Καταστροφές


Στο πλαίσιο της κοινωνικής προσφοράς, διατέθηκε από το ΓΕΣ στους Δήμους Τρίπολης και Μεγαλόπολης, κλιμάκιο του 747 Ειδικού Τάγματος Μηχανικού, για εκτέλεση χωματουργικών εργασιών και αντιπλημμυρικών έργων μεγάλης κλίμακας, στις περιοχές που επλήγησαν από τις καταστροφικές πλημμύρες της 25ης Ιουνίου 2016.














ΠΗΓΗ
http://www.army.gr/default.php?pname=Article&art_id=92723&cat_id=14&la=1

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Επιχειρησιακή Εκπαίδευση ΧΙΙ Μ/Κ ΜΠ - Βολές Πυροβολικού


Στο πλαίσιο της επιχειρησιακής εκπαίδευσης της ΧΙΙ M/K MΠ, το διήμερο 23 και 24 Νοεμβρίου 2016, εκτελέσθηκαν Βολές Πυροβολικού στην Περιοχή Ευθύνης της Μεραρχίας στον Έβρο.












ΠΗΓΗ
http://www.army.gr/default.php?pname=Article&art_id=92721&cat_id=14&la=1

Επιχειρησιακή Εκπαίδευση 79 ΑΔΤΕ


Στο πλαίσιο της επιχειρησιακής εκπαίδευσης, το διήμερο 23 και 24 Νοεμβρίου 2016, εκτελέσθηκαν από το προσωπικό των Μονάδων της 79 ΑΔΤΕ, οι ακόλουθες ασκήσεις:
-«Υπέρβαση – Αντεπίθεση Συγκροτήματος Μηχανοκινήτου Λόχου Πεζικού».
-«Σύμπτυξη Συγκροτήματος Μηχανοκινήτου Λόχου Πεζικού».
Εξετάσθηκαν οι μηχανισμοί της Υπέρβασης, της Αντεπίθεσης και της Σύμπτυξης και δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στις διαδικασίες συντονισμού των τμημάτων επί του εδάφους.


 












ΠΗΓΗ
http://www.army.gr/default.php?pname=Article&art_id=92722&cat_id=14&la=1

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἀπόστολος ὁ Πρωτόκλητος


Ημ. Εορτής:30 Νοεμβρίου
Ημ. Γέννησης:
Ημ. Κοιμήσεως:
Ημ. Ανακομιδής Λειψάνων:26 / 9 / 1964
Πολιούχος:Πάτρας
Λοιπές πληροφορίες:
Εορταζόμενο όνομα:Ἀνδρέας, Ἀνδριανή

Μορφὴ βιβλική. Φυσιογνωμία προνομιοῦχος καὶ διαλεχτή. Πρῶτος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀποστόλους γνώρισε τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ καὶ πρῶτος κλήθηκε νὰ τὸν ἀκολουθήσει, γι’ αὐτὸ καὶ Πρωτόκλητος. Τὸ ὄνομά του τὸ ἱερὸ κατέχει ἰδιαίτερη θέση στὴν ψυχὴ τῶν Ἑλλήνων.
Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους τοῦ Ἔθνους μας.

Ὁ Ἀνδρέας καταγόταν ἀπὸ τὴν Βηθσαϊδᾶ τῆς Γαλιλαῖας καὶ ἦταν γιὸς τοῦ Ἰωνᾶ καὶ ἀδελφὸς τοῦ πρωτοκορυφαίου Ἀποστόλου Πέτρου. Τὸ ἐπάγγελμά του ἦταν ψαράς.
Ἦταν ὅμως ἀπὸ τὶς εὐγενικὲς ἐκεῖνες ψυχές, ποὺ μελετοῦσαν τοὺς προφῆτες καὶ περίμεναν μὲ λαχτάρα τὴν ἐκπλήρωση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου.
Ὁ Ἀνδρέας μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη τὸν Ἐὐαγγελιστὴ, ὑπῆρξαν στὴν ἀρχὴ μαθητὲς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, ποὺ βρισκόντουσαν στὶς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη καὶ ὁ Πρόδρομος τοὺς ἔδειξε τὸν Ἰησοῦ καὶ τοὺς εἶπε «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», οἱ δυὸ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, ποὺ χωρὶς κανένα δισταγμὸ καὶ ἐπιφύλαξη ἀφήκαν ἀμέσως τὸν δάσκαλό τους καὶ ἀκολούθησαν τὸν Ἰησοῦ. Τὸν ἀκολούθησαν μὲ προθυμία καὶ ζῆλο κι ἔμειναν κοντά του ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Τί εἶδαν καὶ τί ἄκουσαν ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἀξέχαστες ὧρες; Χωρὶς ἄλλο, λόγια ἅγια καὶ θεία. Ρήματα ζωῆς αἰωνίου. Λόγια, ποὺ τοὺς συνεπῆραν τὴν ψυχὴ καὶ τοὺς ἔκαμαν νὰ πιστέψουν πὼς στ’ ἀλήθεια ὁ Ἰησοῦς ἦταν Ἐκεῖνος ποὺ περίμεναν.
Ὁ Μεσσίας. Ὁ Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων.

Τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὴν ἱκανοποίησή τους ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία καὶ ἐπαφή τους μὲ τὸν Κύριο τὴν βλέπουμε ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἀνδρέα. Μόλις χωρίστηκαν ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ, ἔτρεξε νὰ συναντήσει τὸν μεγαλύτερο ἀδελφό του Πέτρο καὶ νὰ τοῦ πεῖ μὲ χαρά: «Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν (ὁ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον Χριστός) καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν». Πόση καλοσύνη. Πόση εὐγένεια ψυχῆς! Πόση ἀγάπη! Δὲν κράτησε μόνος τὴν χαρά του. Ἔσπευσε νὰ τὴν μοιραστεῖ μὲ τὸν ἀδελφό του. Καὶ εἶχε δίκαιο! Κεῖνος ποὺ γεύτηκε τὸ μέλι τοῦ Εὐαγγελίου δὲν μπορεῖ νὰ τὸ τρώει μόνος του. Ἡ πραγματικὴ χάρη, ὅταν φωτίσει τὴν ψυχή, βάνει τέρμα στὸ πνευματικὸ μονοπώλιο, λέει καὶ ἕνας μεγάλος ἱεραπόστολος τοῦ περασμένου αἰώνα.

Ἡ περίπτωση αὐτὴ εἶναι ἕνα ἔξοχο παράδειγμα ἀδελφικῆς ἀλληλεγγύης καὶ πνευματικότητας. Τὰ ἀδέλφια μας, οἱ γονεῖς μας, οἱ συγγενεῖς μας, οἱ οἰκεῖοι μας πρέπει νὰ εἶναι γιὰ μᾶς πρόσωπα προσφιλή. Πρόσωπα, μὲ τὰ ὁποῖα νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ μοιραστοῦμε κάθε στιγμὴ καὶ τὴν χαρὰ καὶ τὴν λύπη μας. Σ’ αὐτοὺς θὰ ποῦμε τὸν καλὸ τὸν λόγο. Θὰ δώσουμε τὸ χριστιανικὸ ἔντυπο. Θὰ τοὺς καλέσουμε σὲ μία χριστιανικὴ συγκέντρωση. Θὰ τοὺς ποῦμε σὲ μίαν ἐπίσκεψη: «Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν». Ἀδελφοί μας! Ἐλᾶτε στὸν Χριστό. Αὐτὸς εἶναι ἡ χαρά. Αὐτὸς ἡ ζωὴ καὶ τὸ φῶς. Αὐτὸς ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Μὴ σᾶς σκανδαλίζουν μερικὰ ἔκτροπα, ποὺ βλέπετε γύρω σας. Μὴ σᾶς σκανδαλίζει ἡ ζωὴ μερικῶν, ποὺ αὐτοκαλοῦνται χριστιανοὶ καὶ θέλουν τάχατες νὰ δείχνουν καὶ τὸν δρόμο στοὺς ἄλλους. Ἐσεῖς κοιτᾶτε μόνο τὸν Χριστό. Αὐτὸς καὶ μόνο αὐτὸς στὸν κόσμο τοῦτο δίνει τὴ χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη. Τὸ μαρτυρεῖ ἡ ζωὴ ὅλων τῶν ἁπλῶν, τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν. Τὸ βεβαιώνει ἡ ζωὴ καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ μεγάλου ἀποστόλου μας.

Ὕστερα ἀπὸ τὸ ἐπεισόδιο, ποὺ ἀναφέραμε, τόσο ὁ Ἀνδρέας, ὅσο καὶ ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης ξαναγύρισαν στὰ πλοῖα τους καὶ ἔπιασαν πάλι τὴν δουλειά τους. Δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμη ἡ εὐλογημένη ὤρα νὰ ἀρχίσει ὁ Κύριος τὸ ἔργο του. Αὐτὸ ἔγινε λίγες μέρες ἀργότερα. Ἐκεῖ στὴν λίμνη τῆς Γεννησαρὲτ οἱ δυὸ ἀδελφοὶ καταγίνονταν νὰ ρίψουν τὰ δίχτυα τους στὴν θάλασσα, ὅταν τοὺς ξαναβρῆκε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς κάλεσε νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. «Δεῦτε ὀπίσω μου», τοὺς εἶπε, «καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Καὶ αὐτοὶ «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῶ». «Εὐθέως», χωρὶς καμιὰ χρονοτριβή, χωρὶς καμιὰ ἀναβολὴ τὸν ἀκολούθησαν. Στὴν περίσταση αὐτὴ ἔμοιασαν μὲ τὸν σοφὸ καὶ συνετὸ ἐκεῖνο ἔμπορο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ποὺ ζητοῦσε νὰ βρεῖ καὶ ν’ ἀγοράσει μαργαριτάρια. Καὶ ὅταν βρῆκε κάποτε ἕνα σπουδαῖο καὶ «πολύτιμον μαργαρίτην», ἔσπευσε νὰ πωλήσει ὅλα ὅσα εἶχε καὶ νὰ τὸν ἀγοράσει. Αὐτὸ ἔκαμαν καὶ οἱ δύο ἀδελφοί.

Ὁ Ἀνδρέας ἀκολούθησε τὸν Κύριο πιστὰ καὶ πρόθυμα μέχρι τέλους. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς μαθητείας του δύο ἀπὸ τὰ πολλὰ ἐπεισόδια καταδεικνύουν τὴν ἰδιαίτερη θέση, ποὺ εἶχε ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους μαθητὲς καὶ κοντὰ στὸν Ἰησοῦ. Τὸ πρῶτο συνέβηκε στὴν ἔρημο. Τὰ πλήθη, ποὺ εἶχαν πληροφορηθεῖ πὼς ὁ Κύριος βρισκόταν ἐκεῖ, μαζεύτηκαν ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη γύρω, γιὰ νὰ ζητήσουν τὶς εὐεργεσίες του καὶ ν’ ἀκούσουν τὴ διδασκαλία του. Κόντευε νὰ δύσει ὁ ἥλιος καὶ κανένας δὲν ἔλεγε νὰ φύγει. Κάποια στιγμὴ ὁ Ἰησοῦς φώναξε κοντά του τὸν Φίλιππο καὶ τὸν ρώτησε: «Ἀπὸ ποῦ καὶ μὲ τί χρήματα θὰ ἀγοράσουμε ψωμιά, γιὰ νὰ φάγουν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι;» Ὁ Κύριος φυσικὰ γνώριζε τί θὰ ἔκαμνε. Τὸ εἶπε ὅμως αὐτό, γιὰ νὰ δοκιμάσει τὸν Φίλιππο καὶ τοὺς ἄλλους μαθητές. Καὶ αὐτὸς ἀπὸ μέρους καὶ τῶν ἄλλων μαθητῶν γεμάτος ἀμηχανία ἀπήντησε: «Διακοσίων δηναρίων ἄρτοι οὐκ ἀρκούσιν αὐτοὶς ἵνα ἕκαστος αὐτῶν βραχὺ τί λαβή». Διακοσίων δηναρίων ψωμιὰ δὲν φτάνουν, ὄχι γιὰ νὰ χορτάσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ πάρει ὁ καθένας μιὰ μπουκιά. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη πετάχτηκε ὁ Ἀνδρέας κι εἶπε. «Κύριε, εἶναι ἐδῶ ἕνα παιδάκι, ποὺ ἔχει πέντε κριθαρένια ψωμιὰ καὶ δυὸ ψαράκια» (Ἰωάν. στ’ 9). Φυσικὰ πέντε κριθαρένια ψωμιὰ καὶ δυὸ ψαράκια δὲν εἶναι τίποτα γιὰ τόσο κόσμο. Μὰ ἐσύ Κύριε, μπορεῖς νὰ τὰ εὐλογήσεις καὶ τότε, ὦ, ναί! Τότε μποροῦν νὰ φᾶνε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ περισσέψουν. Πρόσωπο μὲ παρρησία καὶ μὲ μία λανθάνουσα πίστη στὸν Χριστό μας παρουσιάζει τὸ ἐπεισόδιο αὐτὸ τὸν Ἀνδρέα.

Πρόσωπο μὲ πλατιὰ καὶ μεγάλη καρδιὰ μᾶς τὸν παρουσιάζει τὸ δεύτερο ἐπεισόδιο. Συγχρόνως ὅμως καὶ ἄνθρωπο μὲ τόλμη, ποὺ δὲν διστάζει νὰ πάρει μία μεγάλη ἀπόφαση καὶ ν' ἀναλάβει συνάμα καὶ τὶς εὐθύνες του. Ἀφορμὴ γι’ αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο ἔδωκαν μερικοὶ συμπατριῶτες μας Ἕλληνες. Ἦταν οἱ μέρες τοῦ Πάσχα, τοῦ τελευταίου Πάσχα τοῦ Κυρίου μας. Μέσα στὰ πλήθη, ποὺ μαζεύτηκαν στὰ Ἱεροσόλυμα ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου, ἦταν καὶ αὐτοί. Ἀσφαλῶς ἦταν ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν προσηλυτισθεῖ στὸν ἰουδαϊσμό. Ἡ πνευματικὴ θρησκεία τοῦ Ἰσραὴλ τοὺς εἶχε τραβήξει μέσα στὴν καρδιά τους βαθὺ τὸν πόθο νὰ τὸν γνωρίσουν. Πλησίασαν λοιπὸν τὸν Φίλιππο – ἴσως τὸ ἑλληνικό του ὄνομα τοὺς ἔδωκε τὸ θάρρος – καὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν Χριστό. Ὁ Φίλιππος ὅμως ἔσπευσε νὰ ζητήσει τὴ γνώμη τοῦ Ἀνδρέα. Γιατί τοῦ Ἀνδρέα; Γιατί ἦταν συμπατριώτης του καὶ ἤξερε τὴν παρρησία του. Ἀλλὰ καὶ γιατί ὁ Ἀνδρέας ἦταν γνωστὸς σὰν ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν μεγάλη καρδιὰ καὶ τὸ θέμα θὰ τὸ ἀντίκριζε ὄχι μὲ τὴ στενὴ ἰουδαϊκὴ ἀντίληψη, πὼς ὁ Χριστὸς ἦλθε καὶ ἀνῆκε μόνο στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Καὶ πραγματικὰ ἡ στάση του δικαίωσε τὴν φήμη του.

Ὁ Ἀνδρέας, σὰν ἔμαθε ἀπὸ τὸν Φίλιππο τὸ περιστατικό, χωρὶς νὰ χάσει καιρό, πῆρε τοὺς Ἕλληνες καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν τοὺς ἔφερε στὸν Χριστὸ (Ἰωάν. ιβ’ 20 – 22). Τί φανερώνει καὶ τὸ ἐπεισόδιο αὐτό; Τὴν μεγάλη, τὴν πλατιά του καρδιά, μὰ καὶ τὴν οἰκειότητά του πρὸς τὸν Χριστό. Εὐτυχεῖς ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ μιμοῦνται τὸν Πρωτόκλητο καὶ βοηθοῦν καὶ ἄλλες ψυχὲς νὰ πλησιάσουν καὶ νὰ γνωρίσουν τὸν Κύριο.

Ἡ ζωὴ τοῦ Πρωτοκλήτου κατὰ τὰ τρία χρόνια τῆς μαθητείας εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων μαθητῶν. Ἀχόρταγα καὶ αὐτὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους ρουφοῦσε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ θείου Διδασκάλου τὰ «ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς». Μαζί του περιέτρεχε τὴν Ἅγια Γῆ καὶ ἔβλεπε τὶς εὐεργεσίες καὶ τὰ θαύματά του. Βαθιὰ ἦταν ἡ συγκίνησή του γιὰ τὴν ὑποδοχή, ποὺ ὁ περιούσιος λαὸς ἐπεφύλαξε στὸν Κύριό μας «πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα». Πιὸ βαθιὰ ἡ θλίψη του γιὰ τὴ σύλληψη τοῦ Διδασκάλου του καὶ γιὰ ὅσα ἀκολούθησαν αὐτή. Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου ὅμως κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς Του καὶ ἐνῶ πιὰ εἶχε βραδιάσει καὶ οἱ πόρτες τοῦ σπιτιοῦ ἦταν κλειστὲς «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» ξανάφερε στὴν ψυχή του τὴν χαρὰ καὶ τὴν ἐλπίδα. Ὁ Ἀνδρέας παρευρέθηκε στὴν Ἀνάληψη καὶ ἔλαβε μέρος στὴν ἐκλογὴ τοῦ Ματθία.

Μετὰ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁ Ἀπόστολός μας, ὅπως ψάλλει καὶ ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος, ἀφοῦ «διεπέτασε τὸ ἱστίον τοῦ Πνεύματος, ὡς κύμα γαληνὸν πραέτω πνεύματι κινούμενον, πάσαν ἐπλούτισε τὴν γῆν τοῦ ἐνθέου κηρύγματος». Ὁ Ἀνδρέας ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ἀπόστολος τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Σκυθία, δηλαδὴ ἡ σημερινὴ νότιος Ρωσία, ἡ Ἑλληνικὴ Βιθυνία, ὁ Πόντος, ἡ Θράκη, ἡ Μακεδονία, ἡ Ἤπειρος κι ἡ Ἀχαΐα ποτίστηκαν πλούσια μὲ τὸν τίμιο ἱδρώτα τοῦ Πρωτοκλήτου. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Βυζαντίου, ποὺ ἀπετέλεσε καὶ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ τὸν Ἀπόστολό μας ἱδρύθηκε. Ἐδῶ ὁ Ἀνδρέας ἐγκατέστησε πρῶτο ἐπίσκοπο τὸν Ἀπόστολο Στάχυ κιαὶαὐτοῦ διάδοχος εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης. Σὲ μία του περιοδεία, ἀναφέρεται ἀπὸ τὴν παράδοση, πὼς ὁ Ἅγιος μας ἦλθε καὶ στὸ νησί μας. Τὸ καράβι, ποὺ τὸν μετέφερε στὴν Ἀντιόχεια ἀπὸ τὴν Ἰόππη, λίγο πρὶν προσπεράσουν τὸ γνωστὸ ἀκρωτήρι τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα καὶ τὰ νησιά, ποὺ εἶναι γνωστὰ μὲ τὸ ὄνομα Κλεῖδες, ἀναγκάστηκε νὰ σταματήσει ἐκεῖ σ’ ἕνα μικρὸ λιμανάκι, γιατί κόπασε ὁ ἄνεμος. Τὶς μέρες αὐτὲς τῆς νηνεμίας τοὺς ἔλειψε καὶ τὸ νερό. Ἕνα πρωί, ποὺ ὁ πλοίαρχος βγῆκε στὸ νησὶ καὶ ἔψαχνε νὰ βρεῖ νερό, πῆρε μαζί του καὶ τὸν Ἀπόστολο. Δυστυχῶς πουθενὰ νερό. Κάποια στιγμή, ποὺ ἔφτασαν στὴ μέση τῶν δυὸ ἐκκλησιῶν, ποὺ ὑπάρχουν σήμερα, τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς καινούργιας, ποὺ εἶναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ὁ Ἅγιος γονάτισε μπροστὰ σ’ ἕνα κατάξερο βράχο καὶ προσευχήθηκε νὰ στείλει ὁ Θεὸς νερό. Ποθοῦσε τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ πιστέψουν ὅσοι ἦταν ἐκεῖ στὸν Χριστό. Ὕστερα σηκώθηκε, σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ τὸν βράχο καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἀπὸ τὴν ρίζα τοῦ βράχου βγῆκε ἀμέσως μπόλικο νερό, ποὺ τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ’ ἕνα λάκκο τῆς παλαιᾶς ἐκκλησίας καὶ ἀπ’ ἐκεῖ προχωρεῖ καὶ βγαίνει ἀπὸ μία βρύση κοντὰ στὴ θάλασσα. Εἶναι τὸ γνωστὸ ἁγίασμα. Τὸ εὐλογημένο νερό, ποὺ τόσους ξεδίψασε, μὰ καὶ τόσους ἄλλους, μυριάδες ὁλόκληρες, ποὺ τὸ πῆραν μὲ πίστη δρόσισε καὶ παρηγόρησε. Καὶ πρῶτα – πρῶτα τὸ τυφλὸ παιδὶ τοῦ καπετάνιου.

Ἦταν καὶ αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ πρόσωπα τοῦ καραβιοῦ ποὺ μετέφερε ὁ πατέρας. Γεννήθηκε τυφλὸ καὶ μεγάλωσε μέσα σὲ ἕνα συνεχὲς σκοτάδι. Ποτέ του δὲν εἶδε τὸ φῶς. Δένδρα, φυτά, ζῶα ἀγωνιζόταν νὰ τὰ γνωρίσει μὲ τὸ ψαχούλεμα. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὅταν οἱ ναῦτες γύρισαν μὲ τὰ ἀσκιὰ γεμάτα νερὸ καὶ ἐξήγησαν τὸν τρόπο ποὺ τὸ βρῆκαν στὸ νησί, ἕνα φῶς γλυκιᾶς ἐλπίδας ἄναψε στὴν καρδιὰ τοῦ δύστυχου παιδιοῦ. Μήπως τὸ νερὸ αὐτό, σκέφτηκε, ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸν ξηρὸ βράχο ὕστερα ἀπ’ τὴν προσευχὴ τοῦ παράξενου ἐκείνου συνεπιβάτη τους, θὰ μποροῦσε νὰ χαρίσει καὶ σ’ αὐτὸν τὸ φῶς του ποῦ ποθοῦσε; Ἀφοῦ μὲ θαυμαστὸ τρόπο βγῆκε, θαύματα θὰ μποροῦσε καὶ νὰ προσφέρει. Μὲ τούτη τὴν πίστη καὶ τὴν βαθιὰ ἐλπίδα ζήτησε καὶ τὸ παιδὶ λίγο νερό. Διψοῦσε. Καιγόταν ἀπ’ τὴν δίψα. Ὁ Ἀπόστολος, ποὺ ἦταν ἐκεῖ, ἔσπευσε καὶ ἔδωσε στὸ παιδὶ ἕνα δοχεῖο γεμάτο ἀπὸ τὸ δροσερὸ νερό. Ὅμως τὸ παιδὶ προτίμησε, ἀντὶ νὰ δροσίσει μὲ τὸ νερὸ τὰ χείλη του, νὰ πλύνει πρῶτα τὸ πρόσωπό του. Καὶ ὦ τοῦ θαύματος! Μόλις τὸ δροσερὸ νερὸ ἄγγιξε τοὺς βολβοὺς τῶν ματιῶν τοῦ παιδιοῦ, τὸ χρόνιο σκοτάδι ἄρχισε νὰ διαλύεται. Καὶ ἕνα φῶς, ἱλαρὸ φῶς, ἄρχισε νὰ λούζει τὰ γύρω πράγματα...

— Πατέρα, πατέρα, ἄρχισε νὰ φωνάζει τὸ παιδὶ πότε ψαχουλεύοντας καὶ πότε τρέχοντας νὰ βρεῖ τὸν πατέρα. Καὶ ὁ καπετάνιος ποὺ τρόμαξε ἀπ' τὶς φωνὲς τοῦ παιδιοῦ τρέχει καὶ αὐτὸς πρὸς τὸ μέρος ποὺ ἀκουόταν ἡ φωνή. Στὸ ἀντίκρισμα τοῦ παιδιοῦ του σταμάτησε, ἔσκυψε καὶ ἄνοιξε τὴν ἀγκαλιά του.
— Παιδί μου, τί σου συμβαίνει; ρώτησε μὲ τρόμο ὁ πατέρας.
— Βλέπω! Πατέρα μου, βλέπω! Γιὰ κοίτα με, βλέπω τὴν θάλασσα, τοὺς ἀνθρώπους, τὰ πανιὰ τοῦ καραβιοῦ μας ποὺ φουσκώνουν. Πατέρα, τὸ εὐλογημένο νερὸ ποὺ μοῦ ἔδωκε ἐκεῖνος ὁ παππούλης, γιὰ νὰ πιῶ καὶ νὰ πλυθῶ, αὐτό μου χάρισε ὅτι ποθούσαμε. Τὸ φῶς μου, πατέρα...

Ὕστερα ἀπὸ μικρὴ διακοπὴ ποὺ πέρασε μέσα σὲ δάκρυα καὶ ἀναφιλητὰ εὐγνωμοσύνης ὁ καπετάνιος σηκώθηκε καὶ εἶπε:
— Παιδί μου, πᾶμε νὰ βροῦμε τὸν παππούλη ποὺ λές, γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσουμε γιὰ ὅτι μας χάρισε!
— Ὄχι ἐμένα, εἶπε ὁ Ἀπόστολος ποὺ πλησίασε. Τὸν Χριστὸ νὰ εὐχαριστήσουμε ὅλοι. Αὐτὸς μᾶς ἔδωκε τὸ νερό. Αὐτὸς γιάτρεψε καὶ τὸ παιδί. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ μᾶς σώσει!

Καὶ ὁ   Ἀπόστολος, ποὺ τὸν κοίταζαν ὅλοι μὲ θαυμασμό, ἄρχισε νὰ τοὺς μιλᾶ καὶ νὰ τοὺς διδάσκει τὴ νέα θρησκεία. Τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας πολὺ καρποφόρο. Ὅσοι τὸν ἄκουσαν πίστεψαν καὶ βαφτίστηκαν. Τὴν ἀρχὴ ἔκανε ὁ καπετάνιος μὲ τὸ παιδί του, ποὺ πῆρε καὶ τὸ ὄνομα Ἀνδρέας. Καὶ ὕστερα ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐπιβάτες καὶ μερικοὶ ψαράδες ποὺ ἤσαν ἐκεῖ. Πίστεψαν ὅλοι στὸν Χριστὸ ποὺ τοὺς κήρυξε ὁ Ἀπόστολός μας καὶ βαφτίστηκαν. Φυσικὰ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ παιδιοῦ, ἀκολούθησαν καὶ ἄλλα, καὶ ἄλλα. Στὸ μεταξὺ ὁ ἄνεμος ἄρχισε νὰ φυσᾶ καὶ τὸ καράβι ἑτοιμάστηκε γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ταξίδι του. Ὁ Ἀπόστολος, ἀφοῦ κάλεσε κοντά του ὅλους ἐκείνους ποὺ πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ βαφτίστηκαν, τοὺς ἔδωκε τὶς τελευταῖες συμβουλές του καὶ τοὺς ἀποχαιρέτησε. Ἔτσι στὸ εὐλογημένο νησὶ ὀργανώθηκε ἀκόμη μιὰ ὁμάδα, μία ἐκκλησία πιστῶν στὸν ἕνα ἀληθινὸ Θεό.

Ἀργότερα, μετὰ ἀπὸ χρόνια, κτίστηκε στὸν τόπο αὐτὸν ποὺ περπάτησε καὶ ἅγιασε μὲ τὴν προσευχή, τὰ θαύματα καὶ τὸν ἱδρώτα του ὁ Πρωτόκλητος μαθητής, τὸ μεγάλο μοναστήρι τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα, ποὺ μὲ τὸν καιρὸ εἶχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητὲς ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς Κύπρου, ὀρθόδοξοι καὶ ἑτερόδοξοι κι ἀλλόθρησκοι ἀκόμη, συνέρεαν στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὴ θαυματουργὸ εἰκόνα τοῦ Ἀποστόλου, νὰ βαφτίσουν ἐκεῖ τὰ νεογέννητα παιδιά τους καὶ νὰ προσφέρουν τὰ πλούσια δῶρα τους σὲ χρῆμα ἢ σὲ εἴδη, γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὰ εὐχαριστῶ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη τους στὸν θεῖο Ἀπόστολο. Κολυμβήθρα Σιλωὰμ ἦταν ἡ ἐκκλησία του γιὰ τοὺς πονεμένους. Πλεῖστα ὅσα θαύματα γινόντουσαν ἐκεῖ σὲ ὅσους μετέβαιναν μὲ πίστη ἀληθινὴ καὶ συντριβὴ ψυχῆς.

Σὲ ὅλους τους ναοὺς τοῦ μαρτυρικοῦ νησιοῦ μας θὰ βροῦμε τὴν ἁγία εἰκόνα του καὶ τὸ ὄνομά του εἶναι τὸ πιὸ συνηθισμένο μεταξὺ τῶν κατοίκων (Ἀνδρέας ἢ Ἀδρεανὴ - Ἀνδρούλα) καὶ τὸ πιὸ διαδεδομένο. Γιὰ λόγους ποὺ μόνο ὁ Κύριος γνωρίζει, ἐδῶ καὶ μερικὰ χρόνια – ἀπὸ τὸ 1974 — τὸ ἅγιο μοναστήρι μαζὶ μὲ ὅλη τὴν Καρπασία, τὴ Μεσαορία καὶ τὴ Βόρειο Κύπρο ἔχει περιέλθει στὴν κυριαρχία τοῦ πιὸ βάρβαρου εἰσβολέα, τοῦ Τούρκου. Οἱ εὐλογημένες ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονται στὰ μέρη αὐτὰ μένουν κανονικὰ ἀλειτούργητες. Καὶ οἱ καμπάνες σώπασαν ἀπὸ τότες νὰ κτυποῦν καὶ νὰ καλοῦν τοὺς πιστοὺς σὲ συναγερμὸ ψυχῆς. Τὸ ἁγίασμα ὅμως ποὺ βγῆκε ἀπ’ τὴν γῆ ὕστερα ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου Ἀνδρέου μένει καὶ συνεχίζει τὸ κελάρυσμά του. Συνεχίζει τὸ κελάρυσμά του καὶ περιμένει τὴν ἁγία ὥρα, ποὺ οἱ πιστοὶ τοῦ νησιοῦ, πλυμένοι καὶ καθαρισμένοι μέσα στὰ δάκρυα μιᾶς εἰλικρινοῦς μετάνοιας, θὰ ἀξιωθοῦν ἐλεύθεροι καὶ πάλι νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸ ὄμορφο μοναστήρι γιὰ νὰ ψάλουν τὰ εὐχαριστήρια στὸν Κύριο γιὰ τὴν λύτρωσή τους ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς πικρῆς δοκιμασίας καὶ νὰ πιοῦν καὶ νὰ δροσίσουν τὰ χείλη ἀπὸ τὸ γλυκὸ νερό. Ὁ Θεὸς νὰ δώσει, μὲ τὴν βοήθεια τῶν πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, μὰ καὶ τῶν ἄλλων Ἁγίων της Κύπρου μας, ἡ μέρα αὐτὴ νὰ ἔρθει τὸ γρηγορότερο.

Τὸ τέλος τοῦ Ἀποστόλου ὑπῆρξε ἀνάλογο τῆς ἱστορίας του. Μαρτύρησε στὴν Πάτρα, ὅπου εἶχε φτάσει, γιὰ νὰ μεταδώσει καὶ ἐδῶ τὸ μήνυμα τῆς λυτρώσεως καὶ νὰ σκορπίσει τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπίσκεψή του ἀπὸ τὴν πλευρὰ αὐτὴ ἔφερε πολλοὺς καρπούς. Σὲ λίγες μέρες τὸ κήρυγμά του μαζὶ μὲ τὰ πολλά του θαύματα συγκλόνισε κυριολεκτικὰ τὰ θεμέλια τῆς εἰδωλολατρίας στὴν Ἀχαΐα. Ἀνάμεσα στοὺς πρώτους, ποὺ πίστεψαν, ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἀνθύπατος. Ἔτσι λεγόνταν κατὰ τοὺς ρωμαϊκοὺς χρόνους οἱ Ρωμαῖοι ἄρχοντες, ποὺ διοικοῦσαν μία ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες τοῦ κράτους. Τῆς πόλεως, ὁ Λέσβιος ὅπως λεγόταν, ποὺ εἶχε ἀρρωστήσει ἄξαφνα βαριὰ καὶ τὸν εἶχε γιατρέψει ὁ Ἀπόστολός μας. Τὸ παράδειγμα τοῦ ἀνθύπατου ἔσπευσαν ν’ ἀκολουθήσουν καὶ ἄλλοι εἰδωλολάτρες. Μὰ τὸ πράγμα ἔγινε γνωστὸ στὴν Ρώμη. Ὁ αὐτοκράτορας Νέρων λύσσαξε ἀπ’ τὸ κακό του καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀμέσως ὁ Λέσβιος ἀπὸ κάποιο Αἰγεάτη, πολὺ φανατικὸ εἰδωλολάτρη καὶ πολὺ σκληρό.

Ὁ Πρωτόκλητος ἔχοντας συνοδὸ τὸν Λέσβιο συνεχίζει καθημερινὰ τὰ κηρύγματά του καὶ τὶς θαυματουργικές του θεραπεῖες. Πλήθη λαοῦ ἀπ’ ὅλη τὴν Ἀχαΐα τὰ παρακολουθοῦν μὲ ἐνδιαφέρον καὶ πολλοὶ κάθε μέρα πυκνώνουν τὶς τάξεις τῶν πιστῶν. Μέσα σ’ αὐτοὺς προστίθενται τώρα καὶ ἡ σύζυγος τοῦ Αἰγεάτη, ἡ Μαξιμίλλα, ὁ ἀδελφός του Στρατοκλῆς, σοφὸς μαθηματικός, καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς του καὶ τὴ συνοδεία του.



Ὁ ἀνθύπατος Αἰγεάτης, ἂν καὶ εἶδε τὴν γυναίκα του Μαξιμίλλα νὰ σώζεται ἀπὸ βέβαιο θάνατο μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Πρωτοκλήτου, ἂν καὶ εἶδε τὸν ἀδελφό του Στρατοκλῆ, ποὺ τὸν ἐκτιμοῦσε τόσο, νὰ προσχωρεῖ στὴ νέα πίστη, ἐν τούτοις ὁ ἴδιος ἔμεινε ἀσυγκίνητος. Κάτι περισσότερο. Πείσμωσε μὲ τὴ γυναίκα του καὶ ἀξίωσε ἀπ’ αὐτὴν νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ἡ Μαξιμίλλα ὅμως δὲν δέχτηκε ν’ ἀκούσει.

– Προτιμῶ, τοῦ εἶπε, νὰ χωριστῶ ἀπὸ σένα παρὰ ἀπὸ τὸν Χριστό μου.

Καὶ αὐτός, τυφλωμένος ἀπ’ τὸ πάθος του, διατάσσει νὰ συλλάβουν τὸν Πρωτόκλητο καὶ νὰ τὸν ρίξουν στὴ φυλακή. Γιὰ νὰ ἐκβιάσει δὲ περισσότερο τὴν ἀφοσιωμένη στὸν Χριστὸ γυναίκα, τὴν ἀπειλεῖ πώς, ἂν δὲν ἐπιστρέψει στὴν θρησκεία τῶν πατέρων της, τὴν εἰδωλολατρία, θὰ βασανίσει τρομερὰ τὸν γέροντα Ἀπόστολο καὶ στὸ τέλος θὰ τὸν σταυρώσει. Ἀνήσυχη ἡ Μαξιμίλλα τρέχει στὴ φυλακή, γιὰ νὰ μεταφέρει στὸν Ἀπόστολο τὶς ἀπειλὲς τοῦ συζύγου της. Τρέμει ἡ καλὴ γυναίκα, μήπως πάθει κανένα κακὸ ὁ εὐεργέτης καὶ σωτήρας της.
— Μὴ φοβᾶσαι, κόρη μου, γιὰ τὴν ζωή μου, τῆς εἶπε ὁ Πρωτόκλητος. Κράτησε σταθερὰ τὴν πίστη σου. Θὰ εἶναι τιμὴ καὶ εὔνοια τοῦ Θεοῦ σὲ μένα ν’ ἀξιωθῶ νὰ φύγω ἀπ’ τὸν κόσμο αὐτὸ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ποὺ ἔφυγε ὁ Λυτρωτής μας. Ἂς κάμει, ὅτι θέλει ὁ Αἰγεάτης. Ἂς μὲ κάψει στὴν φωτιά. Ἂς μὲ κατακάψει μὲ τὰ μαχαίρια. Ἂς μὲ καρφώσει στὸν Σταυρό. «Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς». Ὁ Στρατοκλής, ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ, λούστηκε στὸ κλάμα.
1 – Μὴν κλαῖς, τοῦ εἶπε ὁ Ἀπόστολος. Κάποια μέρα θὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό. «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν». Πρόσεξε μόνο τὸν σπόρο τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ἔσπειρα στὴν καρδιά σου. Κράτησέ τον προσεκτικὰ καὶ σπεῖρέ τον καὶ ἐσὺ παρακάτω.

Τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου τόνωσαν τὸ θάρρος τῆς Μαξιμίλλας καὶ τοῦ Στρατοκλῆ καὶ ἀτσάλωσαν τὴν θέληση τοὺς ν’ ἀγωνιστοῦν ὡς τὸ τέλος. Ὁ Αἰγεάτης ξαναφώναξε τὴν γυναίκα του καὶ προσπάθησε μὲ λόγια γλυκὰ καὶ κολακευτικὰ νὰ τὴν μεταπείσει ἀπὸ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ.
— Εἶμαι ἕτοιμος νὰ κάμω τὸ καθετὶ γιὰ τὴν ἀγάπη σου, τῆς εἶπε. Ἂν πεισθεῖς νὰ ἀφήσεις τὸν Χριστό, θὰ σ’ ἔχω βασίλισσα στὸ σπίτι μου. Ἀλλιῶς θὰ καρφώσω σ’ ἕνα σταυρὸ τὸν γέρο, πού σου πῆρε τὰ μυαλά, καὶ θὰ σκοτώσω καὶ ἐσένα.
Ἡ ἀπάντηση τῆς Μαξιμίλλας ὑπῆρξε ἀληθινὰ ἡρωική.
— Προτιμῶ χίλιες φορὲς τὸν θάνατο παρὰ τὴ ζωὴ μ’ ἕνα εἰδωλολάτρη σὰν καὶ σένα.

Τὰ λόγια τῆς ἡρωίδας χριστιανῆς ἄναψαν τὸν θυμὸ τοῦ συζύγου της, ποὺ ἔδωκε ἐντολὴ νὰ βασανίσουν σκληρὰ τὸν Ἅγιο καὶ στὸ τέλος νὰ τὸν ὑψώσουν πάνω σ’ ἕναν σταυρό, ποὺ εἶχε τὸ σχῆμα τοῦ γράμματος Χ καὶ ποὺ εἶχε στηθεῖ στὸ «χεῖλος τῆς θαλάσσιας ἀμμουδιᾶς». Πάνω στὸν Σταυρὸ αὐτό, ποὺ ἦταν φτιαγμένος ἀπὸ ξύλα ἐλιᾶς, ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τοῦ Ἀποστόλου, χωρὶς νὰ τὸν καρφώσουν. Καὶ αὐτὸ ἔγινε, γιατί ὁ Ἀνθύπατος ἤθελε νὰ κρατήσει πολὺν καιρὸ τὸν Ἅγιο στὴ ζωή, γιὰ νὰ τὸν βασανίσει.

Ἀπὸ μία θάλασσα, τὴν ὄμορφη θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, κάλεσε ὁ Κύριος τὸν μεγάλο Ψαρὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσει γιὰ νὰ γίνει μαθητής του καὶ νὰ ψαρεύει ἀνθρώπους. Ἀπὸ μία ἄλλη θάλασσα κοντά, τὴν θάλασσα τῆς ἱστορικῆς πόλεως τῶν Πατρών, κάλεσε καὶ πάλι ὁ Χριστὸς τὸν μαθητὴ καὶ Ἀπόστολό του Ἀνδρέα, ὕστερα ἀπὸ σκληρὴ ἐργασία σπορᾶς τοῦ λόγου του, νὰ μεταπηδήσει στὴν οὐράνια πατρίδα μας, γιὰ νὰ λάβει τὸν ἄφθαρτο στέφανο τῆς δικαιοσύνης. Ὁ ἀπόστολος ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν σὲ ἡλικία 80 περίπου χρόνων.

Οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἀχαΐας θρήνησαν βαθιὰ τὸν θάνατό του. Ὁ πόνος τους ἔγινε ἀκόμη πιὸ μεγάλος, ὅταν ὁ ἀνθύπατος Αἰγεάτης ἀρνήθηκε νὰ τοὺς παραδώσει τὸ ἅγιο λείψανό του, γιὰ νὰ τὸ θάψουν. Ὁ Θεὸς ὅμως οἰκονόμησε τὰ πράγματα. Τὴν ἴδια μέρα, ποὺ πέθανε ὁ Ἅγιος, ὁ Αἰγεάτης τρελάθηκε καὶ αὐτοκτόνησε. «Θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρός». Οἱ χριστιανοὶ τότε μὲ τὸν ἐπίσκοπό τους τὸν Στρατοκλῆ, πρῶτο Ἐπίσκοπο τῶν Πατρών, παρέλαβαν τὸ σεπτὸ λείψανο καὶ τὸ ἔθαψαν μὲ μεγάλες τιμές. Ἀργότερα, ὅταν στὸν θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἀνέβηκε ὁ Κωνστάντιος, ποὺ ἦταν γιὸς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, μέρος τοῦ ἱεροῦ λειψάνου μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Πατρὼν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατατέθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων «ἔνδον τῆς Ἁγίας Τραπέζης». Ἡ ἁγία Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου φαίνεται πὼς ἀπέμεινε στὴν Πάτρα. Ὅταν ὅμως οἱ Τοῦρκοι ἐπρόκειτο νὰ καταλάβουν τὴν πόλη τὸ 1460, τότε ὁ Θωμᾶς Παλαιολόγος, ἀδελφὸς τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καὶ τελευταῖος Δεσπότης τοῦ Μοριᾶ, πῆρε τὸ πολύτιμο κειμήλιο καὶ τὸ μετέφερε στὴν Ἰταλία. Ἐκεῖ ἐναποτέθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Πέτρου τῆς Ρώμης, ὅπου ἔμεινε μέχρι τοῦ 1964. Τὴν 26η τοῦ Σεπτέμβρη ( Ἀνακομιδὴ Τιμίας Κάρας) τοῦ ἔτους αὐτοῦ ἀντιπροσωπεία τοῦ πάπα Παύλου μετέφερε ἀπὸ τὴν Ρώμη τὸν πολύτιμο θησαυρὸ καὶ τὸν παρέδωσε στὸν νόμιμο κάτοχο, τὴν Ἐκκλησία τῶν Πατρέων. Ἡ ἁγία Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου ὕστερα ἀπὸ ἐνέργειες τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς μεταφέρθηκε καὶ στὴν Κύπρο τὸ 1967 γιὰ μερικὲς μέρες καὶ ἐξετέθηκε σὲ εὐλαβικὸ προσκύνημα. Χιλιάδες Κύπριοι τότε, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ξεκίνησαν ἀπὸ τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ νησιοῦ μας καὶ πῆγαν καὶ προσκύνησαν τὴν ἅγια Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου καὶ μπροστά της κατέθεσαν τὸν βαθὺ σεβασμὸ καὶ τὴν εὐλαβικὴ εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὰ ὅσα ἡ χάρη του πρόσφερε καὶ προσφέρει στὸ νησί μας.

Στὴ μνήμη τοῦ μεγάλου ἀποστόλου ἂς κλίνει τακτικὰ μὲ εὐλάβεια τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς κάθε Ἑλληνικὴ καρδιά. Εἶναι ἕνας ἀπ’ τοὺς Ἀποστόλους ποὺ ἀγάπησαν τὴν πατρίδα μας καὶ ἀγωνίστηκαν νὰ τῆς μεταδώσουν τὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ Χριστοῦ. Τὸ μήνυμά του δὲ, «εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» ἂς γίνει καὶ γιὰ μᾶς σύνθημα ζωῆς.
 
«Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» φωνάζει καὶ σ’ ἐμᾶς ὁ Πρωτόκλητος μαθητής. Ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ εἶναι ὁ μοναδικὸς Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι τὸν γνωρίσαμε ἐμεῖς. Ἔτσι θὰ τὸν γνωρίσετε καὶ ἐσεῖς, ἂν τὸν ἀναγνωρίσετε Ἀρχηγὸ καὶ Κύριό σας κι ἂν βάλετε τὸ θέλημα καὶ τὸν νόμο του ὁδηγὸ στὴν ζωή σας. Ναί! ἂν βάλετε τὸ ἅγιο θέλημα καὶ τὸν νόμο του ὁδηγὸ καὶ σύντροφο στὴ ζωή σας. Γιατί ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ Αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰώνας». Τὸ σωστικὸ αὐτὸ μήνυμα ἂς ἀγκαλιάσουμε μὲ πίστη φλογερὴ ὅλοι ἀνεξαίρετα ὅσοι ποθοῦμε νὰ δοῦμε στὸν μαρτυρικὸ αὐτὸ τόπο καλύτερες μέρες. Ὅτι γκρεμίζει ἡ ἁμαρτία ἀνορθώνει καὶ ξαναφτιάχνει μόνο μιὰ εἰλικρινὴς μετάνοια. Μὲ μία γνήσια μετάνοια καὶ συντριβὴ ψυχῆς ἂς καταφύγουμε καὶ πάλι ὅλοι στὸν Σωτήρα Χριστὸ καὶ ἃς τοῦ ζητήσουμε νὰ συγχωρήσει καὶ ἐμᾶς ὅπως κάποτε τοὺς Νινευΐτες καὶ νὰ μᾶς ξαναδώσει τὴ λευτεριά μας. Καὶ θὰ μᾶς ἀκούσει ὁ Κύριος. Ὁπωσδήποτε θὰ μᾶς ἀκούσει. Μᾶς τὸ βεβαιώνει μὲ τὰ ἅγια λόγια Του: «Ἐπικάλεσαι με, ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου καὶ ἐξελοῦμαι σε καὶ δοξάσεις με». Παιδί μου, ὅπου καὶ νὰ εἶσαι, φώναξέ με στὸν πόνο σου. Καὶ θὰ σὲ ἀκούσω. Καὶ θὰ σοῦ δώσω αὐτὸ ποὺ μοῦ ζητᾶς, μιὰς καὶ εἶναι γιὰ τὸ καλό σου. Καὶ θὰ μὲ δοξάσεις. Ἀκοῦς; Θὰ στὸ δώσω καὶ θὰ μὲ δοξάσεις.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’.
Ὡς τῶν Ἀποστόλων πρωτόκλητος, καὶ τοῦ κορυφαίου αὐτάδελφος, τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων Ἀνδρέα ἱκέτευε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων ἰδὼν Ἀπόστολε, σωματωθέντα ἀτρέπτως εἰς σωτηρίαν ἡμῶν, πρῶτος ἔδραμες αὐτῷ Ἀνδρέα πάνσοφε· ὅθεν ηὐγάσθης παρ’ αὐτοῦ, ὡς ἀστὴρ ἀειφανής, καὶ ἔλαμψας τοῖς ἐν κόσμῳ, τῆς εὐσεβείας τὸ φέγγος, φωταγωγῶν τὰς διανοίας ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τὸν τῆς ἀνδρείας ἐπώνυμον θεηγόρον, καὶ Μαθητῶν τὸν πρωτόκλητον τοῦ Σωτῆρος, Πέτρου τὸν σύγγονον εὐφημήσωμεν· ὅτι ὡς πάλαι τούτῳ καὶ νῦν ἡμὶν ἐκέκραγεν· Εὐρήκαμεν δεῦτε τὸν ποθούμενον.

Μεγαλυνάριον.
Πρῶτος προσπελάσας τῷ Ἰησοῦ, πρωτόκλητος ὤφθης, καὶ ἀκρότης τῶν Μαθητῶν, Ἀνδρέα θεόπτα· ἐντεῦθεν προσεπάγης, Σταυρῷ ὡς ὁ Δεσπότης, μεθ’ οὗ δεδόξασαι.

ΠΗΓΗ
http://www.synaxarion.gr/gr/sid/1321/sxsaintinfo.aspx

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Η εφεύρεση των σύγχρονων Χριστουγέννων από τον Κάρολο Ντίκενς.



7-12-15

Στις 24 Δεκεμβρίου του 1939 το αμερικανικό ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο CBS, μετέδωσε για πρώτη φορά τα «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα» του Κάρολου Ντίκενς.

Η ραδιοφωνική εκπομπή Campbell Playhouse το απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων για μία ώρα εξέπεμψε την ιστορία του Ντίκενς με αφηγητή τον Όρσον Γουέλς και στον εμβληματικό ρόλο του μεταμελημένου πρώην τσιγκούνη Εμπενίζερ Σκρουτζ, τον ηθοποιό Λάιονελ Μπάριμορ.



Με τον τρόπο αυτό ξεκίνησε μια μακροχρόνια ετήσια παράδοση στην Αμερική και τη Βρετανία, όπου αρχικά μεταδιδόταν ραδιοφωνικά και έπειτα τηλεοπτικά η διασημότερη χριστουγεννιάτικη ιστορία. Η ιστορία που είχε συμβάλει τα μέγιστα στον τρόπο με τον οποίο γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα στο Δυτικό κόσμο.

Οι περισσότεροι στις μέρες μας θεωρούν πως τα σύγχρονα Χριστούγεννα διαμορφώθηκαν από τους διαφημιστές της Coca -Cola με τη φιγούρα του πληθωρικού Άγιου Βασίλη αλλά η πραγματικότητα είναι πως ο Κάρολος Ντίκενς είχε συμβάλει στη δημιουργία του γιορτινού κλίματος πολύ πριν από αυτούς με το έργο του «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα»

Μπορεί η ιστορία του Ντίκενς να στέλνει μηνύματα χαράς, αγάπης και γενναιοδωρίας για όλους τους ανθρώπους, ωστόσο πηγή έμπνευσης ήταν τα άσχημα παιδικά χρόνια του Βρετανού συγγραφέα και οι άθλιες συνθήκες διαβιώσης/επιβίωσης των ανθρώπων στις εργατικές συνοικίες την εποχή που ξεκίνησε να τη γράφει. 



Η ζωή του Ντίκενς



Ο Κάρολος Ντίκενς γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου του 1812 στο Πόρτσμουθ της Αγγλίας.

Ο πατέρας του δούλευε στο Βρετανικό Ναυτικό, αλλά τα χρέη που συστηματικά δημιουργούσε χωρίς να ξεπληρώνει τον έστειλαν στην φυλακή.

Ο Ντίκενς ήταν από λίγους τυχερούς που πήγαιναν σχολείο, όμως στα 12, έμεινε μόνος του στο Λονδίνο και για να ζήσει παράτησε το σχολείο και έπιασε δουλειά σε ένα εργοστάσιο παπουτσιών κοντά στον ποταμό Τάμεση.

Όταν ο πατέρας του βγήκε από την φυλακή, αρνήθηκε να πάρει τον Ντίκενς πίσω στο σπίτι και ο Κάρολος πέρασε τα επόμενα χρόνια μέσα στην απόγνωση και τη μοναξιά, παρατηρώντας με τις ώρες τους ανθρώπους και τις καθημερινές συνήθειες τους.

Αν και δεν κατάφερε να σπουδάσει, δούλεψε πολλά χρόνια σαν δημοσιογράφος και έγραψε πολλές νουβέλες.
Κατάφερε να ξεφύγει από τη φτώχεια και τις κακουχίες και έγινε ένας από τους επιφανέστερους συγγραφείς της Βικτωριανής Εποχής.

Ακόμη και η βασίλισσα Βικτώρια, δήλωσε λάτρης των βιβλίων του Ντίκενς, που περιέγραψε με ακρίβεια και συναισθηματισμό τα βάσανα των περιθωριακών και πάμφτωχων κατοίκων της Αγγλίας.

Μέχρι τον θανάτου του, από εγκεφαλικό στις 9 Ιουνίου του 1870, ο Ντίκενς είχε γράψει πάνω από 15 μυθιστορήματα, τα περισσότερα εμπνευσμένα από τις πικρές παιδικές του αναμνήσεις, έμεινε γνωστός για το χιούμορ και το συνδυασμό ρεαλιστικών και ρομαντικών καταστάσεων, παντρεύτηκε και χώρισε, απέκτησε 10 παιδιά και ταξίδεψε δύο φορές στην Αμερική.


                   Το γραφείο του Ντίκενς όπως σώζεται στο Μουσείο που φέρει το όνομά του.



«Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία»




Το 1843 ο Κάρολος Ντίκενς ταξίδεψε στο Μάντσεστερ.
Η κοινωνική αδικία και η αδιαφορία της κυβέρνησης για τις λιγότερο προνομιούχες περιοχές της Αγγλίας εξόργισε τον Ντίκενς και σε μια παθιασμένη ομιλία του στις 5 Οκτώβρη του ίδιου έτους, προέτρεψε τους εργάτες του Μάντσεστερ να ενωθούν και να απαιτήσουν τα δικαιώματά τους, που επιδεικτικά η κυβέρνηση αγνοούσε.

Η τριήμερη διαμονή του στις εργοστασιακές συνοικίες του Μάντσεστερ μαζί με τις αναμνήσεις που είχε ο Ντίκενς από την παιδική του ηλικία, έγιναν η βάση για να γράψει το βιβλίο «A Christmas Carol» (Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα ή αλλιώς Χριστουγεννιάτικη Ιστορία).




Στην πρώιμη βικτωριανή περίοδο στη Βρετανία, ο εορτασμός των Χριστουγέννων βρισκόταν σε παρακμή. Οι μεσαιωνικές παραδόσεις των Χριστουγέννων, που συνδύαζαν την γέννηση του Ιησού με τις αρχαίες Ρωμαϊκές γιορτές Saturnalia και του γερμανικού χειμερινού εορτασμού του Yule, αντιμετωπίζονταν ως παγανιστικές και με αυξανόμενη καχυποψία από τους πουριτανούς. Οι τελευταίοι θεωρούσαν ότι αν τα Χριστούγεννα εορτάζονταν με την καθολική συμμετοχή του πληθυσμού, οι λαϊκές τάξεις θα μεθούσαν και θα εκτραχύνονταν σεξουαλικά. Πέραν αυτών, η Βιομηχανική Επανάσταση, που βρισκόταν τότε σε πλήρη εξέλιξη, άφηνε πολύ λίγο χρόνο και καθόλου χρήματα στους εργάτες για τον εορτασμό των Χριστουγέννων. O πρίγκιπας Αλβέρτος ήταν αυτός που εισήγαγε το έθιμο του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου από την Γερμανία, όπως επίσης επέβαλε την αναβίωση των χριστουγεννιάτικων τραγουδιών και καλάντων, αλλά και την ανταλλαγή Χριστουγεννιάτικων καρτών, αφού η πρώτη εμφανίστηκε στη βικτωριανή Βρετανία την δεκαετία του 1840.


Το αριστουργηματικό, όμως, έργο του Dickens “A Christmas Carol» (1843) ήταν αυτό που αναζωογόνησε την Χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα, τόσο στη Βρετανία (και εν συνεχεία στην Ευρώπη) όσο και στην Αμερική. Ο ρεαλιστικός τρόπος με τον οποίο περιέγραψε ο Dickens τις γιορτές, ως μια περίοδο, δηλαδή, όπου όλοι είναι ευγενικοί, καλοί και φιλάνθρωποι και σκέφτονται τον διπλανό τους σαν τον εαυτό τους, ήταν αυτό που ζέστανε περισσότερο τις καρδιές των συμπατριωτών του και αποθέωσε το κείμενό του.




Ο Εμπενίζερ Σκρουτζ είναι ένας τσιγκούνης (από αυτόν, άλλωστε, βαφτίστηκε ο Σκρουτζ του Ντίσνεϊ) και μίζερος γέρος, που δε νοιάζεται για κανέναν. Οι άνθρωποι γι` αυτόν υπάρχουν μόνο για να δουλεύουν και να του δίνουν χρήματα. Ιδιαιτέρως σιχαίνεται τα Χριστούγεννα, τα οποία θεωρεί πως απλώς τον μεγαλώνουν κατά ένα χρόνο χωρίς, όμως, να τον κάνουν ούτε κατά μια δεκάρα πλουσιότερο.


Όμως, την παραμονή των Χριστουγέννων του 1843, ο γερο-Σκρουτζ δέχεται μια απρόσμενη επίσκεψη από το φάντασμα του πρώην συνεργάτη του, Τζέικομπ Μάρλεϊ, που είχε πεθάνει ακριβώς πριν από επτά χρόνια. Ο Μάρλεϊ υπήρξε και αυτός τσιγκούνης και μίζερος όπως ο Σκρουτζ, αλλά μετά θάνατον, υποφέρει από τις αμαρτίες του και θέλει να βοηθήσει τον Σκρουτζ, ώστε να μην έχει την ίδια κατάληξη.


Εξηγεί, λοιπόν, στον πρώην συνεργάτη του πως πρόκειται τον επισκεφτούν τρία πνεύματα, των περασμένων (τον ταξιδεύει σε τρεις διαφορετικές στιγμές της ζωής του στο παρελθόν), των τωρινών (του φανερώνει την πραγματική διάσταση της τωρινής του ζωής ) και των μελλοντικών Χριστουγέννων (τον βάζει να παρακολουθήσει το θάνατο ενός άνδρα, του ίδιου του εαυτού του). Αυτά τα τρία πνεύματα, λοιπόν, δείχνουν στον Σκρουτζ τα λάθη του κι ο ίδιος σταδιακά μετανοεί. Το πρωί των Χριστουγέννων, στέλνει μια γαλοπούλα (ως τότε το καθιερωμένο χριστουγεννιάτικο πιάτο ήταν η ψητή χήνα) στον ταλαίπωρο και φτωχό υπάλληλό του Μπομπ Κράτσιτ, ενώ περνά τη γιορτινή ημέρα παρέα με τον ανιψιό του Φρεντ, τον οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή περιφρονούσε. Η καλοσύνη του Σκρουτζ συνεχίζεται και μετά τα Χριστούγεννα, αφού δίνει αύξηση στον Μπομπ και ορκίζεται να βοηθά την οικογένειά του, ιδίως τον μικρό γιο του Τιμ, που είναι κουτσός. Τελικά, ο Σκρουτζ μεταμορφώνεται στον μεγαλύτερο ευεργέτη της πόλης του και λυτρώνεται.





Πώς γράφτηκε η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία






Το φθινόπωρο του 1843, ο συγγραφέας και η σύζυγός του Kate βρίσκονταν σε απελπιστική οικονομική κατάσταση. Περίμεναν το πέμπτο τους παιδί, ενώ έπρεπε να δίνουν χρήματα και για μια μεγάλη υποθήκη στο σπίτι τους στο Devonshire. 

Ξεκίνησε να γράφει τη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» τον Οκτώβριο, σταδιακά δέθηκε πολύ με τους χαρακτήρες της ιστορίας του, στο σημείο να κλαίει, να γελάει και να κλαίει ξανά, όπως έλεγε κι ο ίδιος, γράφοντάς την. Τελείωσε έξι εβδομάδες αργότερα. Πλήρωσε μόνος του τα έξοδα της έκδοσης του βιβλίου κι επέμεινε σε πολυτελές εξώφυλλο και εικονογράφηση, αλλά πούλησε το βιβλίο σε χαμηλή τιμή για να μπορούν όλοι να το αγοράσουν. 


Το βιβλίο κυκλοφόρησε την εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα του 1843, στις 19 Δεκεμβρίου κι έγινε αμέσως τεράστια επιτυχία, αν και εξαιτίας του υψηλού κόστους της έκδοσης, τα έσοδα του συγγραφέα ήταν χαμηλότερα από τα αναμενόμενα.Τις πρώτες πέντε μέρες κυκλοφορίας, το βιβλίο πούλησε πάνω από 6.000 αντίτυπα και αυτόματα μετατράπηκε σε μεγάλη εμπορική επιτυχία.


Ο Ντίκενς πίστευε πως η κοινωνική αδικία και η κακομεταχείριση των παιδιών που προέρχονταν από φτωχές οικογένειες, θα γίνονταν γνωστές μέσα από το βιβλίο του.

Η ελπίδα του ήταν να κινητοποιήσει το κράτος και τους πολίτες και να βοηθηθούν όσοι είχαν προβλήματα επιβίωσης.





Η καθιέρωση της γιορτής των Χριστουγέννων στο Δυτικό Πολιτισμό


Τα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα του Ντίκενς αναζωπύρωσαν τον εορτασμό των Χριστουγέννων στην Αγγλία.
Όσο ο Ντίκενς έγραφε την νουβέλα, περιπλανιόταν για πολλές ώρες στις χριστουγεννιάτικες αγορές της Αγγλίας, αλλά και στις φτωχογειτονιές του Λονδίνου.

Με την πένα του κατάφερε να μεταφέρει το κλίμα των εορτών και σταδιακά να επαναφέρει στις μνήμες των ανθρώπων τη χαρά και τον ενθουσιασμό των Χριστουγέννων.Την εποχή που εκδόθηκε το μυθιστόρημα του Ντίκενς, τα Χριστούγεννα δεν γιορτάζονταν παραδοσιακά.Τον 16ο αιώνα και με την Αγγλική Μεταρρύθμιση, ο εορτασμός των Χριστουγέννων διατηρήθηκε αλλά η ισχυρή πουριτανική και Καλβινιστική νοοτροπία υποστήριξε ότι μόνο αυτά που ήταν γραμμένα στην Αγία Γραφή θεωρούνταν χριστιανικές γιορτές.


Έτσι επέτρεπε να γιορτάζεται μόνο η Μεγάλη Παρασκευή.


Τα Χριστούγεννα ήταν αποτέλεσμα του 4ου αιώνα όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος αντικατέστησε την παγανιστική εορτή της γέννησης του Ήλιου, με τη γέννηση του Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου.
Τελικά, μετά την αποκατάσταση του Αγγλικανισμού στην Βρετανία και την παρέμβαση του Καρόλου ΙΙ, τέλη του 17ου αιώνα, τα Χριστούγεννα αποκαταστάθηκαν.




Ο Ντίκενς γράφοντας για στολισμένους δρόμους και χριστουγεννιάτικα δέντρα για γκι και δεντρολίβανα, βοήθησε στην καθιέρωση του εορταστικού κλίματος.Από τότε, το όνομα του Dickens συνδέθηκε για πάντα με τα Χριστούγεννα και το βιβλίο ανήχθη σε χριστουγεννιάτικη παράδοση για όλες τις επόμενες γενιές. Τόσο είχε ταυτιστεί ο συγγραφέας με το χριστουγεννιάτικο πνεύμα που όταν μαθεύτηκε ο θάνατός του το 1870, λέγεται ότι ένα κοριτσάκι ρώτησε αν αυτό σήμαινε πως θα πεθάνει κι ο Αϊ Βασίλης. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ronald Hutton, ο σύγχρονος εορτασμός των Χριστουγέννων είναι σε μεγάλος βαθμό αποτέλεσμα της επιρροής της νουβέλας (οικογενειακές συνάξεις εποχιακά φαγητά-η γνωστή σε όλους μας γαλοπούλα- και ποτά, χορός, παιχνίδι και εορταστική-πνευματική γενναιοδωρία) στην κοινωνία. Η ζωή αντέγραψε την τέχνη…


Γιώτα Χουλιάρα για το Geopolitics 

ΠΗΓΗ
http://www.geopolitics.com.gr/2015/12/blog-post_49.html?spref=fb